Выбрать главу

«Ασκήστε τους μεγαλύτερη πίεση», διέταξε. «Πιο πολύ! Θα ταπεινώσουμε τις Άες Σεντάι για όσα έκαναν στην Ντεσαίν!» Κι η ίδια θα εξουσίαζε πια τον Ραντ αλ'Θόρ.

Ένας ξαφνικός βρυχηθμός ακούστηκε από την εμπροσθοφυλακή της μάχης κι οι άντρες άρχισαν να ουρλιάζουν και να κραυγάζουν. Η Σεβάνα βλαστήμησε γιατί δεν μπορούσε να δει τι συνέβαινε. Φώναξε και πάλι στις Σοφές να πιέσουν με μεγαλύτερη ένταση. Αν μη τι άλλο, η καταιγίδα από φλόγες κι αστραπές πάνω στον θόλο φάνηκε να μειώνεται. Και τότε, είδε κάτι.

Αρκετά κοντά στις άμαξες, οι ντυμένες με καντιν'σόρ φιγούρες, μαζί με ολόκληρα κομμάτια γης, ανατινάζονταν συνοδεία βροντερών κρότων, όχι μονάχα σε ένα σημείο αλλά σε μια ευθεία γραμμή. Οι εκρήξεις στο έδαφος συνεχίστηκαν, ξανά και ξανά, κάθε φορά και λίγο μακρύτερα από τις περικυκλωμένες καρότσες. Δεν σχημάτιζαν πια μια ευθεία γραμμή αλλά ένα συμπαγές δαχτυλίδι ανατιναγμένης γης, αντρών και Κορών που -δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία- περιέκλειε τις άμαξες κι επεκτεινόταν ολοένα και περισσότερο. Ξαφνικά, οι αλγκάι'ντ'σισβάι την προσπέρασαν και, τρέχοντας, έπεσαν με μανία πάνω στις σειρές των Σοφών.

Η Σεβάνα τούς χτυπούσε με τη λόγχη της, θερίζοντας ώμους και κεφάλια, χωρίς να νοιάζεται καθόλου που η μυτερή άκρη κοκκίνιζε διαρκώς πιο πολύ. «Μείνετε να πολεμήσετε! Πολεμήστε για την τιμή των Σάιντο!» Την προσπέρασαν αγνοώντας τη. «Άτιμοι είστε; Σταθείτε να πολεμήσετε!» Μαχαίρωσε στην πλάτη μια Κόρη που προσπαθούσε να το σκάσει κι οι υπόλοιπες ποδοπάτησαν την πεσμένη γυναίκα. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως κάποιες από τις Σοφές είχαν φύγει, ενώ άλλες μάζευαν τους πληγωμένους. Η Ριάλ έκανε να το βάλει στα πόδια, αλλά η Σεβάνα άδραξε το μπράτσο της ψηλής γυναίκας, απειλώντας τη με το δόρυ. Δεν έδινε δεκάρα που η Ριαλ διέθετε την ικανότητα της διαβίβασης. «Πρέπει να μείνουμε και να πολεμήσουμε! Δεν μας ξέφυγε ακόμα!»

Το πρόσωπο της άλλης γυναίκας είχε μετατραπεί σε μια μάσκα τρόμου. «Αν μείνουμε, θα πεθάνουμε ή θα καταλήξουμε αλυσοδεμένες έξω από τη σκηνή του Ραντ αλ'Θόρ! Αν το επιθυμείς, κάτσε να πολεμήσεις, Σεβάνα. Εγώ δεν είμαι Σκυλί της Πέτρας!» Ελευθέρωσε απότομα το χέρι της κι έφυγε τρεχάτη προς τα ανατολικά.

Για λίγο, η Σεβάνα έμεινε ακίνητη, αφήνοντας τους άντρες και τις Κόρες να τη προσπερνάνε και να τη σπρώχνουν από δω κι από κει, ουρλιάζοντας μέσα στον πανικό τους. Κατόπιν, έριξε το δόρυ και ψαχούλεψε το πουγκί στη ζώνη της, όπου υπήρχε ένας μικρός, έντεχνα σκαλισμένος πέτρινος κύβος. Καλά που δεν τον είχε πετάξει. Είχε ακόμα μία χορδή για το τόξο της. Μάζεψε τον ποδόγυρο για να ελευθερώσει τα πόδια της και βυθίστηκε κι αυτή στη χαοτική φυγή, με τη διαφορά πως, ενώ όλοι οι άλλοι το έσκαγαν πανικόβλητοι και τρομαγμένοι, αυτή έτρεχε έχοντας στο κεφάλι της διάφορα σχέδια. Ήταν αποφασισμένη να κάνει τον Ραντ αλ'Θόρ να γονατίσει μπροστά της, όπως επίσης και τις Άες Σεντάι.

Τελικά, η Αλβιάριν έφυγε από τα δώματα της Ελάιντα, χαλαρή και ψύχραιμη, επιφανειακά τουλάχιστον. Μέσα της, όμως, αισθανόταν στυμμένη σαν βρεγμένη λινάτσα. Κατάφερε να σταθεροποιήσει το βήμα της καθώς κατέβαινε τα μακρόστενα, σκαλιστά σκαλοπάτια, μαρμάρινα μέχρι επάνω. Υπηρέτες που φορούσαν λιβρέες προσκυνούσαν κι υποκλίνονταν ενώ έτρεχαν βιαστικά για να προλάβουν τις δουλειές τους. Παρά το χαρακτηριστικό γαλήνιο παρουσιαστικό μιας Άες Σεντάι, στα μάτια τους φάνταζε ως η Τηρήτρια. Όσο χαμηλότερα κατέβαινε, τόσο περισσότερες αδελφές έβλεπε, πολλές εκ των οποίων φορούσαν το επώμιο με τις ενδεικτικές διακοσμήσεις του Άτζα τους, λες κι ήθελαν να δώσουν έμφαση στο τυπικό γεγονός πως ήταν πλέον πλήρεις. Καθώς περνούσε της έριχναν ματιές, ανήσυχες τις πιο πολλές φορές. Η μόνη που την αγνόησε ήταν η Ντανέλ, μια ονειροπόλα αδελφή του Καφέ Άτζα. Είχε πάρει μέρος στην πτώση της Σιουάν Σάντσε και στην άνοδο της Ελάιντα, αλλά, χαμένη στις σκέψεις της, μια φιγούρα μοναχική και δίχως φίλους ακόμα κι ανάμεσα στα άτομα του Άτζα της, δεν φάνηκε να προσέχει καν την Αλβιάριν που την προσπέρασε, κάτι το οποίο δεν συνέβη με άλλες. Η Μπερίσα, μια λεπτόκορμη γυναίκα με σκληρό βλέμμα από το Γκρίζο Άτζα, κι η Κέρα, με τα όμορφα μαλλιά και τα γαλανά μάτια, χαρακτηριστικά που μόνο περιστασιακά εμφανίζονταν στην οικογένεια των Δακρυνών, καθώς και με την τυπική και συνήθη αλαζονεία του Πράσινου Άτζα, υποκλίθηκαν όταν τις προσπέρασε. Η Νορίν προσποιήθηκε μια υπόκλιση, αλλά δεν την πραγματοποίησε. Μεγαλομάτα κι εξίσου ονειροπόλα και χωρίς φίλους, όπως η Ντανέλ, δυσανασχετούσε με την Αλβιάριν. Αν η Τηρήτρια καταγόταν από το Λευκό Άτζα, θα έμοιαζε σίγουρα στη Νορίν Ντοβάρνα.