«Μερικά πράγματα συγχωρούνται», είπε ο Καρίντιν, ακουμπώντας τη γραφίδα του στη φιλντισένια υποδοχή και γέρνοντας πίσω στο κάθισμά του, «για όσους φέρνουν εις πέρας το έργο που τους ανατίθεται». Ήταν ψηλός άντρας και δέσποζε από πάνω της απειλητικά. Είχε υπ' όψιν του πως οι καθρέφτες με το χρυσό πλαίσιο, στον απέναντι τοίχο, έδειχναν μια φιγούρα γεμάτη δύναμη, έναν άντρα επικίνδυνο. «Ακόμα και τα φορέματα, τα μπιχλιμπίδια και τα τυχερά παιχνίδια πληρώνονται με πληροφορίες ως αντάλλαγμα». Η σπαστική κίνηση του ποδιού πάγωσε για μια στιγμή κι ύστερα ξανάρχισε. Εντούτοις, το χαμόγελο της γυναίκας ήταν βεβιασμένο και το δέρμα της είχε χλωμιάσει. Μπορεί ο κύκλος της να την υπάκουε, αλλά μια λέξη του Καρίντιν ήταν αρκετή για να την κρεμάσουν ανάποδα και να τη γδάρουν ζωντανή. «Δεν έχεις καταφέρει και πολλά, έτσι δεν είναι; Στην πραγματικότητα, δεν έχεις καταφέρει τίποτα».
«Υπάρχουν δυσκολίες, όπως πολύ καλά ξέρεις», απάντησε η γυναίκα ανασαίνοντας βαθιά και καταφέρνοντας τελικά να τον κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια.
«Δικαιολογίες. Μίλησέ μου για δυσκολίες που ξεπερνιούνται, όχι για τα εμπόδια που συνάντησες και δεν μπόρεσες να υπερπηδήσεις. Αν αποτύχεις σ' αυτό, θα βρεθείς στον πάτο, να το ξέρεις». Της γύρισε την πλάτη και βημάτισε μέχρι το πλησιέστερο παράθυρο. Κι ο ίδιος θα βρισκόταν στον πάτο, αλλά δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να φανεί κάτι τέτοιο στη ματιά του. Οι ακτίνες του ηλιόφωτος έπεφταν λοξά μέσα από το πλούσια διακοσμημένο πέτρινο προπέτασμα. Το ψηλοτάβανο δωμάτιο με τα πράσινα και λευκά κεραμικά πλακάκια και τους έντονα γαλάζιους τοίχους ήταν σχετικά δροσερό πίσω από τους ογκώδεις τοίχους του ανακτόρου, αλλά η εξωτερική ζέστη περνούσε μέσα από τα παράθυρα. Ο Καρίντιν ένιωθε τη μυρωδιά του μπράντυ να πλανιέται στο δωμάτιο και δεν έβλεπε την ώρα να βρεθεί μόνος.
«Άρχοντα Καρίντιν, πώς είναι δυνατόν να ρωτήσω ευθέως κάποιον για θέματα που αφορούν στη Δύναμη; Αυτό και μόνο θα προκαλέσει υποψίες κι, όπως θυμάσαι, στην πόλη υπάρχουν Άες Σεντάι».
Κοιτώντας κάτω στον δρόμο μέσα από τα σπειροειδή σχέδια του προπετάσματος, ο άντρας σούφρωσε τη μύτη του από τη μυρωδιά. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μαζευτεί εκεί κάτω. Ένας Αραφελινός, με τα μαλλιά του σε δύο μακριές πλεξούδες και μια γυριστή σπάθα περασμένη στην πλάτη του, έριξε ένα νόμισμα σε έναν μονόχειρα ζητιάνο που κοίταξε μουτρωμένος την ελεημοσύνη προτού τη χώσει μέσα στα κουρέλια του και ξαναρχίσει τις αξιολύπητες κραυγές του προς τους περαστικούς. Ένας άλλος τύπος, με ένα σκισμένο πανωφόρι σε ζωηρό κόκκινο χρώμα και με ακόμα πιο έντονες κίτρινες βράκες, βγήκε τρέχοντας από ένα μαγαζί, κρατώντας στο στήθος του ένα υφασμάτινο δέμα, καταδιωκόμενος από μια ασπρομάλλα γυναίκα που ούρλιαζε, με τη φούστα ανασηκωμένη μέχρι τα γόνατα. Είχε ήδη προσπεράσει τον μεγαλόσωμο φρουρό που έτρεχε αδέξια ξοπίσω της κραδαίνοντας στον αέρα το ρόπαλο του. Ο οδηγός μιας κόκκινης βερνικωμένης άμαξας, με τα χρυσά νομίσματα των οφειλετών του ανά χείρας, έσειε το μαστίγιο προς το μέρος του καροτσέρη που είχε μπει στον δρόμο του με το δικό όχημα από καραβόπανο. Οι βρισιές που αντάλλασσαν μεταξύ τους ακούγονταν παντού. Βρώμικα αλάνια κρύβονταν πίσω από μια ξεχαρβαλωμένη καρότσα, αρπάζοντας πού και πού ισχνά και σταφιδιασμένα φρούτα φερμένα από την επαρχία. Μια Ταραμπονέζα με βέλο και με μαύρα μαλλιά σε λεπτές κοτσίδες προσπαθούσε να διασχίσει το πλήθος, τραβώντας επάνω της κάθε αρσενικό βλέμμα, μια και το σκονισμένο κόκκινο φόρεμά της κολλούσε ξεδιάντροπα στο κορμί της παίρνοντας το σχήμα του.