«Άρχοντά μου, χρειάζομαι οπωσδήποτε χρόνο! Δεν μπορώ να κάνω το ακατόρθωτο, τουλάχιστον όχι μέσα σε λίγες μέρες».
Σκουπίδια, όλοι τους. Χρυσοθήρες, Κυνηγοί του Κέρατος, ληστές, πρόσφυγες, ακόμα και μάστορες. Απόβλητα. Δεν ήταν δύσκολο να ξεκινήσουν ταραχές και να εξαγνιζόταν ο τόπος από όλη αυτήν τη λέρα. Οι ξενομερίτες ήταν ανέκαθεν τα πρώτα εξιλαστήρια θύματα, μονίμως κατηγορούμενοι για όλα τα στραβά. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονταν γείτονες που είχαν την ατυχία να είναι με τη λάθος μεριά, γυναίκες που πουλούσαν στους δρόμους βότανα και γιατροσόφια, και τύποι δίχως φίλους, ιδίως αν ζούσαν μόνοι. Μια δυνατή εξέγερση, οργανωμένη σωστά βέβαια, θα μπορούσε να κάψει συθέμελα το Παλάτι Τάρασιν μαζί με αυτήν την άχρηστη την Τάυλιν και τις μάγισσες επίσης. Ο Καρίντιν κοίταξε αγριωπά κάτω προς τον όχλο. Συνήθως, όμως, οι εξεγέρσεις ξεφεύγουν από τον έλεγχο· ίσως να κινούσε την περιέργεια της Αστικής Φρουράς, η οποία αναπόφευκτα θα συλλάμβανε μια χούφτα καλούς Φίλους. Δεν μπορούσε να αποκλείσει το γεγονός πως κάποιοι από εκείνους ίσως ανήκαν στους κύκλους που είχε αναθέσει τις έρευνες. Ωστόσο, ακόμα και λίγες μέρες εξέγερσης ήταν αρκετές για να δυσκολέψουν τη δουλειά τους. Η Τάυλιν δεν ήταν και τόσο σημαντική. Η αλήθεια ήταν πως δεν έπαιζε τον παραμικρό ρόλο. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Δεν τον ένοιαζε ιδιαίτερα αν θα δυσαρεστούσε τον Νάιαλ, αυτό όμως δεν ίσχυε για τον πραγματικό του αφέντη.
«Άρχοντα Καρίντιν...» Μια νότα περιφρόνησης φάνηκε στη φωνή της Σιάιν. Την είχε αφήσει να βράσει στο ζουμί της κάμποση ώρα. «Άρχοντα Καρίντιν, κάποιοι του κύκλου μου αναρωτιούνται για ποιον λόγο αναζητούμε...»
Πήγε να γυρίσει, για να την κάνει να σωπάσει -επιτυχία ήταν αυτό που χρειαζόταν, όχι δικαιολογίες κι ερωτήσεις!- αλλά η φωνή της γυναίκας έσβησε καθώς η ματιά του έπεσε πάνω σε έναν νεαρό που στεκόταν διαγώνια στον δρόμο. Φορούσε ένα μπλε πανωφόρι με κάμποσα χρυσοκόκκινα κεντήματα στα μανίκια και πέτα αρκετά για δύο ευγενείς. Ήταν πιο ψηλός από τους περισσότερους περαστικούς κι έκανε αέρα με ένα πλατύγυρο μαύρο καπέλο, τακτοποιώντας το μαντίλι στον λαιμό του ενώ μιλούσε με έναν καμπούρη, ασπρομάλλη άντρα. Ο Καρίντιν αναγνώρισε αμέσως τον νεαρό.
Ξαφνικά, αισθάνθηκε μια θηλιά να πιέζει τον λαιμό του και να σφίγγεται ολοένα και περισσότερο. Για μια στιγμή, ένα πρόσωπο κρυμμένο πίσω από μια κόκκινη μάσκα γέμισε το οπτικό του πεδίο. Σκοτεινά σαν τη νύχτα μάτια τον κάρφωναν και μετατράπηκαν σε απέραντα φλεγόμενα σπήλαια, εξακολουθώντας να τον ατενίζουν. Μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος εξερράγη σε μια κόλαση φωτιάς, ενώ διαδοχικές εικόνες στροβιλίζονταν στο μυαλό του κάνοντάς τον να θέλει να ουρλιάξει. Οι μορφές τριών νεαρών αντρών στέκονταν μετέωρες· ένας εξ αυτών, με τη μορφή του άντρα στον δρόμο, άρχισε να λάμπει όλο και πιο εκτυφλωτικά, ώσπου κανένας θνητός δεν θα μπορούσε να τον αντικρίσει κατευθείαν χωρίς να γίνει κάρβουνο· εκείνος εξακολουθούσε να λάμπει, καίγοντας τα πάντα. Ένα στριφτό χρυσό κέρας κατευθύνθηκε προς το μέρος του με μια οιμωγή που του ξέσκιζε την ψυχή· μετατράπηκε σε δακτύλιο χρυσού φωτός και τον κατάπιε παγώνοντάς τον, μέχρι που και το τελευταίο κομμάτι τού είναι του, διατηρώντας ακόμη μια ανάμνηση του εαυτού του, ήταν σίγουρο πως τα κόκαλά του είχαν γίνει θρύψαλα. Ένα εγχειρίδιο με λαβή από ρουμπίνια εκτοξεύθηκε προς το μέρος του κι η γυριστή λάμα τον χτύπησε ανάμεσα στα μάτια και καρφώθηκε βαθιά, ώσπου το χρυσό σφαίρωμα χάθηκε. Η αγωνία που ένιωσε τον έκανε να ξεχάσει όσα νόμιζε πως ήξερε για τον πόνο. Ήταν έτοιμος να προσευχηθεί σε κάποιον Δημιουργό που είχε από καιρό εγκαταλείψει, αλλά δεν θυμόταν πώς να το κάνει. Θα ούρλιαζε, αν θυμόταν πώς, αν θυμόταν ότι οι άνθρωποι ουρλιάζουν κι ότι ήταν εξίσου άνθρωπος. Ξανά και ξανά, ολοένα και περισσότερο...