Ανασήκωσε το χέρι στο μέτωπό του κι αναρωτήθηκε γιατί έτρεμε. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει. Υπήρχε κάτι... Με μια απότομη κίνηση κοίταξε προς τον δρόμο. Τα πάντα είχαν αλλάξει εν ριπή οφθαλμού· οι άνθρωποι ήταν διαφορετικοί, οι κινούμενες καρότσες, οι πολύχρωμες άμαξες, μέχρι και τα καθίσματα είχαν αντικατασταθεί από άλλα. Το χειρότερο ήταν πως ο Κώθον είχε εξαφανιστεί. Το μόνο που επιθυμούσε τώρα ο Καρίντιν ήταν να πιει μονορούφι ολόκληρη εκείνη την καράφα με το μπράντυ.
Συνειδητοποίησε έξαφνα πως η Σιάιν είχε πάψει να μιλάει. Στράφηκε προς το μέρος της, έτοιμος να τη βάλει στη θέση της.
Η γυναίκα έγερνε μπροστά σαν να ήταν έτοιμη να σηκωθεί, με το ένα χέρι στο μπράτσο της πολυθρόνας και το άλλο ανασηκωμένο, σαν να έκανε κάποια χειρονομία. Στο στενό της πρόσωπο είχαν αποτυπωθεί η οργή κι η αψηφισιά, αλλά όχι απέναντι στον Καρίντιν. Δεν κινούνταν, ούτε βλεφάριζε. Δεν ήταν σίγουρος αν ανέπνεε καν. Δεν της έδωσε ιδιαίτερη σημασία.
«Συλλογίζεσαι;» είπε ο Σαμαήλ. «Μπορώ, τουλάχιστον, να ελπίζω πως οι συλλογισμοί σου σχετίζονται με αυτό που ήρθες να ανακαλύψεις εδώ για λογαριασμό μου;» Ήταν ελαφρά ψηλότερος από το συνηθισμένο, ένας μυώδης κι επιβλητικός άντρας που φορούσε πανωφόρι με ψηλούς γιακάδες Ιλιανού στυλ, υπερκαλυμμένο με χρυσά πλουμίδια, ώστε δύσκολα διέκρινες πως το ύφασμα ήταν πράσινο. Πάνω απ' όλα όμως, το ανάστημά του οφειλόταν στο ότι ανήκε στους Εκλεκτούς. Τα γαλάζια του μάτια ήταν ψυχρότερα κι από την καρδιά του χειμώνα. Μια κόκκινη ουλή κατηφόριζε το πρόσωπό του, από τη λεπτή γραμμή των χρυσαφένιων του μαλλιών μέχρι την άκρη της ξανθωπής, τετραγωνισμένης και περιποιημένης γενειάδας του· ένα «στολίδι» αρκετά ταιριαστό με το όλο παρουσιαστικό του. Οτιδήποτε έμπαινε στον δρόμο του παραμεριζόταν, ποδοπατιόταν κι εξαλειφόταν ολοκληρωτικά. Ο Καρίντιν ήξερε πολύ καλά πως ο Σαμαήλ μπορούσε άνετα να κάνει τα σωθικά του κιμά, αν ήταν κάποιος τυχαίος που είχε βρεθεί κατά τύχη στον δρόμο του.
Μετακινήθηκε βιαστικά από το παράθυρο κι έπεσε στα γόνατα μπροστά στον Εκλεκτό. Μισούσε τις μάγισσες της Ταρ Βάλον, όπως κι οποιονδήποτε χρησιμοποιούσε τη Μία Δύναμη, οποιονδήποτε ανακατευόταν με αυτό που κάποτε είχε τσακίσει τον κόσμο και προσπαθούσε να χαλιναγωγήσει κάτι που δεν προοριζόταν για το άγγιγμα των κοινών θνητών. Αυτός ο άντρας χρησιμοποιούσε επίσης τη Δύναμη, αλλά οι Εκλεκτοί δεν συγκαταλέγονταν στους κοινούς θνητούς. Ίσως δεν επρόκειτο καν για θνητούς. Αν τον υπηρετούσε σωστά, θα αποκτούσε κι ο ίδιος μια θέση ανάμεσά τους. «Μέγα Αφέντη, μόλις είδα τον Ματ Κώθον».
«Εδώ;» Περιέργως, για μια στιγμή ο Σαμαήλ φάνηκε σαστισμένος. Μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια του, κι ο Καρίντιν χλώμιασε μόλις ξεχώρισε μια λέξη.
«Μέγα Άρχοντα, γνωρίζεις πως εγώ ποτέ δεν θα πρόδιδα...»
«Εσύ; Ανόητε! Δεν έχεις τα κότσια. Είσαι σίγουρος πως αυτός που είδες ήταν ο Κώθον;»
«Μάλιστα, Μέγα Αφέντη. Στον δρόμο. Μπορώ να τον ξαναβρώ».
Ο Σαμαήλ τον κοίταξε βλοσυρά χαϊδεύοντας τη γενειάδα του, ατενίζοντας μέσα και πέρα από τον Τζάιτσιμ Καρίντιν, στον οποίο δεν άρεσε διόλου να νιώθει ασήμαντος, ειδικά όταν ήξερε ότι ήταν.
«Όχι», είπε τελικά ο Σαμαήλ. «Η έρευνά σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα, το μόνο σημαντικό όσον σε αφορά, τουλάχιστον. Ο θάνατος του Κώθον σίγουρα θα μας εξυπηρετούσε, όχι όμως αν πρόκειται να τραβήξει την προσοχή. Αν δείξει ενδιαφέρον για την έρευνά σου και στρέψει την προσοχή του προς τα εδώ, τότε θα πεθάνει, αλλά σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση μπορεί να περιμένει».
«Μα...»
«Μήπως δεν άκουσες καλά;» Η ουλή του Σαμαήλ έκανε το χαμόγελό του να μοιάζει τραβηγμένο από τη μια πλευρά. «Προσφάτως, είδα την αδελφή σου, τη Βανόρα. Εκ πρώτης όψεως, δεν έμοιαζε να είναι πολύ καλά. Ούρλιαζε, ωρυόταν, έκανε συνεχώς σπασμωδικές κινήσεις και ξερίζωνε τα μαλλιά της. Οι γυναίκες υποφέρουν συνήθως περισσότερο σε σύγκριση με τους άντρες από τις περιποιήσεις των Μυρντράαλ, αλλά ακόμα κι αυτοί πρέπει με κάποιον τρόπο να ανακαλύψουν τις απολαύσεις τους. Μην ανησυχείς, δεν υπέφερε για πολύ. Οι Τρόλοκ πάντα είναι πεινασμένοι». Το χαμόγελο έσβησε κι η φωνή του έγινε πέτρινη. «Όσοι δείχνουν ανυπακοή μπορεί να βρεθούν μέσα σε ένα καζάνι. Η Βανόρα έμοιαζε να χαμογελάει, Καρίντιν. Πιστεύεις ότι εσύ μπορείς να χαμογελάς ενώ σε σουβλίζουν;»
Ο Καρίντιν ξεροκατάπιε, καταπνίγοντας μια σουβλιά πόνου για τη Βανόρα, με το πηγαίο γέλιο και την ιππική της επιδεξιότητα, εκείνη που πάντα κάλπαζε όπου άλλοι φοβούνταν ακόμη και να βαδίσουν. Ήταν η αγαπημένη του αδελφή· ωστόσο, εκείνη ήταν πια νεκρή, ενώ αυτός όχι. Αν υπήρχε ακόμα έλεος στον κόσμο, η Βανόρα δεν είχε μάθει τον λόγο. «Ζω για να υπηρετώ και να υπακούω, Μέγα Αφέντη». Δεν πίστευε ότι ήταν δειλός, αλλά κανείς δεν τολμούσε να παρακούσει έναν Εκλεκτό. Όχι πάνω από μια φορά, τουλάχιστον.