Выбрать главу

«Τότε, βρες αυτό που θέλω!» μούγκρισε ο Σαμαήλ. «Ξέρω πολύ καλά πως κρύβεται κάπου σε αυτό το κτζάσικ μυγόχεσμα που αποκαλείται πόλη! Τερ'ανγκριάλ, ανγκριάλ, ακόμα και σα'ανγκριάλ! Τους ιχνηλάτησα και τους εντόπισα! Τώρα, θα τους ξετρυπώσεις εσύ, Καρίντιν. Μη με κάνεις να χάσω την υπομονή μου».

«Μέγα Αφέντη...» Προσπάθησε να υγράνει κάπως το στόμα του. «Μέγα Αφέντη, υπάρχουν μάγισσες... Άες Σεντάι... εδώ. Δεν είμαι σίγουρος πόσες, αλλά αν πάρουν χαμπάρι έστω κι έναν ψίθυρο...»

Κάνοντάς του νόημα να σιωπήσει, ο Σαμαήλ άρχισε να βηματίζει με γοργά βήματα πάνω κάτω ανά τρεις φορές, με τα χέρια σφικτά πίσω από την πλάτη του. Δεν έμοιαζε τόσο ανήσυχος, όσο... προβληματισμένος. Τελικά ένευσε. «Θα σου στείλω... κάποιον... για να κανονίσει αυτές τις Άες Σεντάι». Άφησε ένα κοφτό γελάκι, σαν γαύγισμα. «Μακάρι να μπορούσα να δω τις φάτσες τους. Πολύ καλά. Μόλις πήρες παράταση. Μετά ίσως δοθεί σε κάποιον άλλον η ευκαιρία». Ανασήκωσε με το δάχτυλό του μια πλεξούδα από τα μαλλιά της Σιάιν, η οποία εξακολουθούσε να είναι ακίνητη. Τα μάτια της κοιτούσαν μπροστά, χωρίς να βλεφαρίζουν καθόλου. «Τούτη εδώ η μικρή δεν θα αφήσει την ευκαιρία να πάει χαμένη».

Ο Καρίντιν προσπάθησε να καταπνίξει μια σουβλιά φόβου. Για τους Εκλεκτούς ήταν εξίσου εύκολο να πετάξουν κάποιον στα σκουπίδια με το να τον διαλέξουν - πράγμα που γινόταν αρκετά συχνά. Η αποτυχία ποτέ δεν έμενε ασυγχώρητη. «Μέγα Αφέντη, η χάρη που σου ζήτησα. Αν θα μπορούσα να μάθω... Μήπως...;»

«Δεν έχεις και πολλή τύχη, Καρίντιν», απάντησε ο Σαμαήλ χαμογελώντας ξανά. «Καλύτερα να ελπίζεις πως θα σταθείς τυχερός να φέρεις εις πέρας τις προσταγές μου. Φαίνεται πως κάποιος φροντίζει να εκτελούνται μερικές τουλάχιστον από τις προσταγές του Ισαμαήλ». Χαμογελούσε, χωρίς να δείχνει ότι διασκεδάζει ιδιαίτερα. Ίσως, όμως, να έφταιγε και το σημάδι στο πρόσωπό του. «Τον απογοήτευσες κι έτσι έχασες ολόκληρη την οικογένειά σου. Μόνο εγώ σε προστατεύω τώρα. Μια φορά, πριν από πολύ καιρό, είδα τρεις Μυρντράαλ να αναγκάζουν έναν άντρα να τους δώσει τη γυναίκα του και τις κόρες του μία προς μία, κι έπειτα να τους ικετεύει να του κόψουν πρώτα το δεξί πόδι, μετά το αριστερό, μετά τα χέρια κι ύστερα να του κάψουν τα μάτια». Ο απλός, φιλικός τόνος της αφήγησης ήταν πολύ χειρότερος από το να κραύγαζε ή να γρύλιζε. «Όπως καταλαβαίνεις, γι' αυτούς δεν ήταν παρά ένα παιχνίδι, ήθελαν απλώς να δουν μέχρι πού θα έφταναν οι ικεσίες του. Τη γλώσσα την άφησαν τελευταία, αλλά, ούτως ή άλλως, δεν είχαν μείνει και πάρα πολλά πια. Ο άντρας αυτός ήταν αρκετά ισχυρός, καλοβαλμένος και διάσημος. Τον ζήλευαν, αλλά δεν νομίζω πως θα ζήλευε κανείς τα απομεινάρια του, που πέταξαν στους Τρόλοκ. Οι κραυγές που έβγαζε ήταν απίστευτες. Βρες αυτό που θέλω, Καρίντιν. Δεν θα σου αρέσει καθόλου, αν αποσύρω το προστατευτικό μου χέρι από πάνω σου».

Ξαφνικά, μια κάθετη γραμμή φωτός εμφανίστηκε μπροστά από τον Εκλεκτό. Έμοιαζε να αλλάζει μορφή με κάποιον τρόπο, να πλαταίνει και να γίνεται μια ορθογώνια... τρύπα. Ο Καρίντιν έμεινε με το στόμα ανοικτό. Κοιτούσε μέσα από μια τρύπα στον αέρα, κι αυτό που έβλεπε ήταν γκρίζοι κίονες και πυκνή ομίχλη. Ο Σαμαήλ πέρασε μέσα, και το άνοιγμα σφραγίστηκε· μια λαμπερή ράβδος φωτός εξαφανίστηκε, αφήνοντας ένα ιώδες μετείκασμα στα μάτια του Καρίντιν.

Σηκώθηκε τρικλίζοντας. Μπορεί η αποτυχία να τιμωρούνταν, αλλά όποιος δεν υπάκουε στα κελεύσματα ενός Εκλεκτού δεν είχε ελπίδες να επιζήσει.

Ξαφνικά, η Σιάιν κινήθηκε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα, ολοκληρώνοντας την ημιτελή της κίνηση. «Πρόσεξέ με, Μπορς», άρχισε να λέει, αλλά δεν αποτελείωσε την πρότασή της κι απέμεινε να κοιτάει το παράθυρο, μπροστά από το οποίο στεκόταν ο Καρίντιν. Το βλέμμα της πετάχτηκε πάνω του κι η γυναίκα αναπήδησε. Κρίνοντας από το πόσο είχαν γουρλώσει τα μάτια της, θα μπορούσε να ανήκει κι αυτός στους Εκλεκτούς.

Κανείς απ' όσους έδειχναν ανυπακοή στους Εκλεκτούς δεν επιβίωνε. Ο Καρίντιν πίεσε με τα χέρια του τους κροτάφους του. Το κεφάλι του ήταν έτοιμο να σπάσει. «Υπάρχει ένας άντρας στην πόλη, ο Ματ Κώθον. Θα...» Η γυναίκα φάνηκε να ξαφνιάζεται κι ο Καρίντιν την κοίταξε βλοσυρά. «Τον ξέρεις;»

«Έχω ακουστά το όνομα», απάντησε εκείνη επιφυλακτικά -και κάπως θυμωμένα, απ’ όσο παρατήρησε ο Καρίντιν. «Ελάχιστοι απ' όσους συνδέονται με τον αλ'Θόρ παραμένουν άγνωστοι για πολύ καιρό». Καθώς ο άντρας την πλησίασε, η Σιάιν σταύρωσε τα χέρια προστατευτικά μπροστά από το στήθος της κι έμεινε ακίνητη, καταβάλλοντας εμφανή προσπάθεια. «Τι δουλειά έχει ένα φτωχό χωριατόπαιδο στο Έμπου Νταρ; Πώς κατάφερε να...;»