«Μη με απασχολείς με ανόητες ερωτήσεις, Σιάιν». Ποτέ δεν θυμόταν να πονάει τόσο πολύ το κεφάλι του. Ποτέ. Ένιωθε λες κι ένα στιλέτο είχε καρφωθεί ανάμεσα στα μάτια του και βυθιζόταν στο κρανίο του. Κανείς δεν τη γλίτωνε... «Πες στους δικούς σου να εντοπίσουν αμέσως τον Κώθον. Σε όλους». Ο Γέρο Κούλλι θα ερχόταν απόψε, ξεγλιστρώντας στα μουλωχτά από το πίσω μέρος των στάβλων. Δεν χρειαζόταν να ξέρει ότι θα υπήρχαν κι άλλοι. «Τίποτα δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο».
«Μα νόμιζα πως...»
Προτού ολοκληρώσει τη φράση της, ο Καρίντιν την έπιασε από τον λαιμό. Ένα λεπτό εγχειρίδιο εμφανίστηκε στο χέρι της, αλλά ο άντρας τής το άρπαξε με μια απότομη κίνηση. Η γυναίκα σφάδαζε και τιναζόταν, αλλά αυτός πίεσε το κεφάλι της πάνω στο τραπέζι και το μάγουλό της ακούμπησε στη μουντζαλιά από το υγρό ακόμα μελάνι του πεταμένου γράμματος προς τον Πέντρον Νάιαλ. Το εγχειρίδιο καρφώθηκε ακριβώς μπροστά στα μάτια της, κάνοντάς τη να παγώσει. Εντελώς τυχαία, η λάμα που τρύπησε το χαρτί αιχμαλώτισε ένα μυρμήγκι από την άκρη του ποδιού του, κι αυτό πάλευε να ελευθερωθεί, εξίσου μάταια με τη γυναίκα.
«Ένα έντομο είσαι, Μίλι». Ο πόνος στο κεφάλι του έκανε τη φωνή του να ακούγεται τραχιά. «Καιρός να το καταλάβεις. Ένα έντομο δεν διαφέρει και πολύ από ένα άλλο, κι αν δεν μας κάνει...» Το βλέμμα της ακολούθησε τον αντίχειρά του, κι, όταν αυτός προσγειώθηκε πάνω στο μυρμήγκι λιώνοντάς το, η γυναίκα μόρφασε.
«Ζω για να υπηρετώ και να υπακούω, αφέντη», είπε με κομμένη την ανάσα. Την ίδια φράση είχε επαναλάβει και στον Γέρο Κούλλι, όποτε τους έβλεπε μαζί, αλλά ποτέ στον ίδιον προσωπικά.
«Να, λοιπόν, με ποιον τρόπο θα υπακούσεις...» Κανείς δεν επιζούσε μιας ανυπακοής. Κανείς.
16
Άγγιγμα στο Μάγουλο
Το Παλάτι Τάρασιν ήταν μια ογκώδης μάζα λαμπερού μαρμάρου και λευκού γύψου, με σκεπαστά μπαλκόνια από καλοδουλεμένο σίδερο στο ίδιο χρώμα και με κολονάτους διαδρόμους, σε ύψος τεσσάρων ορόφων πάνω από το έδαφος. Περιστέρια πετάριζαν γύρω από τους μυτερούς θόλους και τους ψηλούς, στεφανωμένους με εξώστες, οβελίσκους, των οποίων τα κοκκινοπράσινα πλακίδια λαμπύριζαν στον ήλιο. Οι αψιδωτές του πύλες οδηγούσαν σε διάφορες αυλές, κι ακόμα περισσότερες διαπερνούσαν τον πανύψηλο τοίχο που έκρυβε τους κήπους. Τα χιονάτα σκαλοπάτια, δέκα απλωσιές πλατιά, σκαρφάλωναν στην πλευρά που έβλεπε προς την Πλατεία Μολ Χάρα, οδηγώντας σε τεράστιες πόρτες, καλυμμένες με σφυρήλατο χρυσάφι και σκαλισμένες με σπειροειδή μοτίβα όπως τα παραπετάσματα των μπαλκονιών.
Μια ντουζίνα περίπου φρουροί ήταν παραταγμένοι μπροστά από αυτές τις πόρτες, ιδροκοπώντας κάτω από τον ήλιο. Επίχρυσοι θώρακες κάλυπταν τα πράσινα πανωφόρια τους, και τα φαρδιά παντελόνια τους ήταν χωμένα μέσα σε σκουροπράσινες μπότες. Πράσινοι ιμάντες γάντζωναν γερά πυκνές κουλούρες λευκού υφάσματος γύρω από αστραφτερές χρυσές περικεφαλαίες, με τις μακριές άκρες τους να κρέμονται στις πλάτες των φρουρών. Ακόμα κι οι αλαβάρδες τους, τα θηκάρια των ξιφών και των κοντόσπαθών τους, γυάλιζαν εκτυφλωτικά από το χρυσάφι. Ήταν περισσότερο διακοσμητικοί φρουροί παρά μαχητές. Ωστόσο, όταν ο Ματ έφθασε στην κορυφή, παρατήρησε ότι τα χέρια τους είχαν τους χαρακτηριστικούς ρόζους του ξιφομάχου. Ανέκαθεν στο παρελθόν περνούσε μέσα από κάποια αυλή στάβλων, απλώς και μόνο για να προσέξει τα άλογα του παλατιού, αλλά αυτή τη φορά πέρασε την πύλη που θα περνούσε κι ένας άρχοντας.
«Το Φως να σας ευλογεί όλους», είπε στον αξιωματικό τους, έναν άντρα όχι πολύ μεγαλύτερο από τον ίδιο. Οι Εμπουνταρινοί ήταν ευγενικοί άνθρωποι. «Ήρθα να αφήσω ένα μήνυμα για τη Νυνάβε Σεντάι και την Ηλαίην Σεντάι. Ή να το παραδώσω στις ίδιες, αν έχουν επιστρέψει».
Ο αξιωματικός κοίταξε σαστισμένος μια τον Ματ και μια τα σκαλοπάτια. Η χρυσαφιά ράβδωση, όπως κι η πράσινη, στο μυτερό του κράνος υποδήλωναν κάποιον βαθμό, περί του οποίου ο Ματ δεν είχε ιδέα. Είχε μια επίχρυση ράβδο αντί για αλαβάρδα, με αιχμηρή άκρη και γάντζο σαν βουκέντρα. Από την έκφρασή του καταλάβαινες πως κανείς έως τότε δεν είχε φτάσει μέχρι εκεί πάνω. Κοίταξε εξεταστικά το πανωφόρι του Ματ, συλλογίστηκε για λίγο κι αποφάσισε τελικά να μην τον διώξει. Αναστενάζοντας, ο άντρας μουρμούρισε μια ευλογία σε ανταπόδοση και ζήτησε να μάθει το όνομα του Ματ. Ύστερα, άνοιξε μια μικρή πόρτα μέσα στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης και τον οδήγησε σε έναν τεράστιο προθάλαμο, κυκλωμένο από πέντε εξώστες με πέτρινα κιγκλιδώματα κάτω από μια θολωτή οροφή που αναπαριστούσε τον ουρανό μαζί με τα σύννεφα και τον ήλιο.