Με έναν κροταλιστό ήχο των δαχτύλων του, κάλεσε μια λεπτοκαμωμένη νεαρή υπηρέτρια με λευκό φόρεμα· ήταν ραμμένο στην αριστερή μεριά, έτσι ώστε να φαίνεται ένα πράσινο μεσοφόρι, και πάνω στο αριστερό στήθος υπήρχαν κεντημένα μια πράσινη Άγκυρα κι ένα Ξίφος. Η κοπέλα βημάτισε βιαστικά, σαν ξαφνιασμένη, κατά μήκος του γαλαζοκόκκινου μαρμάρινου πατώματος κι υποκλίθηκε διαδοχικά στον Ματ και στον αξιωματικό. Κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά πλαισίωναν ένα γλυκό και χαριτωμένο πρόσωπο με μεταξένια ελαιόχρωμη επιδερμίδα, ενώ το βαθύ και στενό ντεκολτέ στη λιβρέα της ήταν κοινό γνώρισμα της ενδυμασίας όλων των Εμπουνταρινών γυναικών πλην των ευγενών. Για πρώτη φορά, ο Ματ δεν έδωσε την παραμικρή σημασία. Μόλις η κοπέλα άκουσε τι ήθελε ο ξένος, τα μεγάλα μαύρα της μάτια άνοιξαν διάπλατα. Όχι πως οι Άες Σεντάι δεν ήταν δημοφιλείς στο Έμπου Νταρ, αλλά οι περισσότεροι κάτοικοι κάλλιστα θα άλλαζαν δρόμο για να αποφύγουν κάποια από δαύτες.
«Μάλιστα, Σπαθοφόρε Υπολοχαγέ», είπε το κορίτσι, νεύοντας ξανά. «Βεβαίως, Σπαθοφόρε Υπολοχαγέ. Θα είχατε την καλοσύνη να με ακολουθήσετε, Άρχοντά μου;»
Έξω, το Έμπου Νταρ στραφτάλιζε λευκό, αλλά στο εσωτερικό, οι χρωματισμοί ήταν αχαλίνωτοι. Μίλια ολόκληρα πλατιών διαδρόμων διέτρεχαν το παλάτι, αλλού το ψηλοτάβανο δωμάτιο είχε γαλάζια οροφή και κίτρινους τοίχους, αλλού υπήρχαν ωχροκόκκινοι τοίχοι και πράσινη οροφή κι αλλού μια αλληλοδιαδοχή χρωμάτων που μπέρδευαν το μάτι οποιουδήποτε, εκτός κι αν ήταν Μάστορας. Οι μπότες του Ματ αντηχούσαν πάνω στα πλακάκια του δαπέδου, τα οποία δημιουργούσαν συνδυασμούς δύο, τριών, καμιά φορά και τεσσάρων χρωμάτων σε σχήματα διαμαντιών, άστρων ή τριγώνων. Στα σημεία που οι διάδρομοι έτεμναν το πάτωμα, υπήρχε ένα μωσαϊκό από μικρά πλακάκια που σχημάτιζαν περίτεχνες δίνες, έλικες και βρόχους. Μερικές μεταξωτές ταπετσαρίες απεικόνιζαν σκηνές από τη θάλασσα, ενώ αψιδωτές κόγχες υποβάσταζαν σκαλιστά κρυστάλλινα κύπελλα, μικρούς ανδριάντες και κίτρινη πορσελάνη των Θαλασσινών, ακριβοπληρωμένη σε κάθε τόπο. Πού και πού, όλο και κάποιος υπηρέτης με λιβρέα έτρεχε βιαστικά και σιωπηλά, κουβαλώντας άλλοτε έναν ασημένιο κι άλλοτε έναν χρυσό δίσκο.
Συνήθως, η επίδειξη πλούτου έκανε τον Ματ να νιώθει άνετα. Αν μη τι άλλο, όπου υπήρχαν χρήματα έκανε ευκολότερα τη δουλειά του. Αυτή τη φορά αισθανόταν ιδιαίτερα ανυπόμονος, κι αυτό ήταν φανερό από το βιαστικό του βήμα. Ανυπόμονος κι ανήσυχος. Η τελευταία φορά που η τύχη τού είχε παίξει άσχημο παιχνίδι με τα ζάρια ήταν λίγο προτού βρεθεί με τριακόσιους της Ομάδας απέναντι σε χίλια Λευκά Λιοντάρια του Γκάεμπριλ σε μια ράχη, μπροστά του, κι άλλους χίλιους να ανηφορίζουν ζορισμένοι τον δρόμο πίσω του, τη στιγμή που το μόνο που πάσχιζε να κάνει ήταν να απομακρυνθεί από όλη αυτή την ανακατωσούρα. Εκείνη τη φορά, είχε αποφύγει τη σφαγή χάρη στις αναμνήσεις άλλων αντρών και χάρη στην περίσσια τύχη του. Το ζάρι σήμαινε σχεδόν κάθε φορά κίνδυνο αλλά και κάτι άλλο, το οποίο δεν μπορούσε να προσδιορίσει εύκολα. Η προοπτική να βρισκόταν με το κρανίο ανοιγμένο δεν ήταν ιδιαίτερα εφικτή, πέραν του ότι μια δυο φορές είχε αποκλείσει τις πιθανότητες για κάτι τέτοιο· ωστόσο, το να πέθαινε ο Ματ Κώθον με κάποιον εντυπωσιακό τρόπο φάνταζε πάντα σχεδόν δεδομένο. Βέβαια, δύσκολα θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο μέσα στο Παλάτι Τάρασιν, αλλά αυτό από μόνο του δεν ήταν αρκετό για να έρθει καλή ζαριά. Σκόπευε να αφήσει το μήνυμά του, να αρπάξει τη Νυνάβε και την Ηλαίην από τον σβέρκο, αν του δινόταν η ευκαιρία, να τις κατσαδιάσει τόσο που να κοκκίνιζαν από ντροπή κι έπειτα να σηκωθεί να φύγει.
Η νεαρή γυναίκα περπατούσε μπροστά του σαν να αιωρούνταν μέχρι που έφθασαν σε έναν κοντό άντρα, λίγο μεγαλύτερο σε ηλικία από την ίδια. Επρόκειτο μάλλον για έναν ακόμα υπηρέτη με φαρδιά λευκά παντελόνια, μια λευκή πουκαμίσα με φαρδιά μανίκια κι ένα μακρόστενο πράσινο γιλέκο με την Άγκυρα και το Ξίφος του Οίκου Μίτσομπαρ μέσα σε έναν λευκό δίσκο. «Αφέντη Τζεν», είπε η κοπέλα, κάνοντας ακόμα μια υπόκλιση, «από δω ο Άρχοντας Ματ Κώθον, που επιθυμεί να αφήσει ένα μήνυμα για την αξιότιμη Ηλαίην Άες Σεντάι και την αξιότιμη Νυνάβε Άες Σεντάι».
«Πολύ καλά, Χάεσελ. Μπορείς να πηγαίνεις». Κατόπιν, υποκλίθηκε στον Ματ. «Θα θέλατε να με ακολουθήσετε, Άρχοντά μου;»
Ο Τζεν τον οδήγησε σε μια μεσόκοπη βλοσυρή γυναίκα, στην οποία υποκλίθηκε. «Κυρά Καρίν, από δω ο Άρχοντας Ματ Κώθον, που επιθυμεί να αφήσει ένα μήνυμα για την αξιότιμη Ηλαίην Άες Σεντάι και την αξιότιμη Νυνάβε Άες Σεντάι».
«Πολύ καλά, Τζεν. Μπορείς να πηγαίνεις. Θα θέλατε να με ακολουθήσετε, Άρχοντά μου;»