Η Καρίν τον οδήγησε σε μαρμάρινα σκαλοπάτια που ανέβαιναν σπειροειδώς, με τις μετώπες τους βαμμένες κίτρινες και κόκκινες, ώσπου έφθασαν σε μια λιπόσαρκη γυναίκα ονόματι Ματίλντε, η οποία τον οδήγησε σε έναν γεροδεμένο άντρα ονόματι Μπρεν κι αυτός σε έναν καραφλό ονόματι Μαντίκ, ο καθένας τους λίγο μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Στο σημείο που πέντε διάδρομοι συναντιόντουσαν, σαν τις ακτίνες του τροχού, ο Μαντίκ τον άφησε με μια παχουλή γυναίκα ονόματι Λαρέν, οι κρόταφοι της οποίας είχαν αρχίσει να γκριζάρουν αλλά είχε εντυπωσιακό παρουσιαστικό. Όπως η Καρίν κι η Ματίλντε, είχε επίσης επάνω της αυτό που οι Εμπουνταρινοί αποκαλούσαν γαμήλιο μαχαίρι· κρεμόταν με τη λαβή προς τα κάτω από ένα στενό ασημένιο περιδέραιο ανάμεσα στα υπερβολικά χυμώδη στήθη της γυναίκας. Πέντε λευκά πετράδια στη λαβή, δύο από αυτά σε κόκκινο πλαίσιο, και τέσσερα κόκκινα, ένα εκ των οποίων σε μαύρο πλαίσιο, μαρτυρούσαν πως τρία από τα εννιά της παιδιά ήταν νεκρά, οι δύο γιοι μάλιστα σε μονομαχία. Αφού υποκλίθηκε στον Ματ, η Λαρέν άρχισε να βαδίζει βιαστικά σε έναν από τους διαδρόμους, αλλά ο άντρας έτρεξε να την πιάσει από το μπράτσο.
Τα σκοτεινά φρύδια ανασηκώθηκαν ελαφρά καθώς η γυναίκα κοίταξε το χέρι του. Δεν είχε κανένα άλλο όπλο επάνω της εκτός από το γαμήλιο μαχαίρι, αλλά ο Ματ την άφησε αμέσως. Σύμφωνα με το έθιμο, μπορούσε να το χρησιμοποιήσει μονάχα επάνω στον άντρα της, αλλά δεν υπήρχε λόγος να εξωθήσει ο ίδιος τα πράγματα στα άκρα. Ωστόσο, δεν μαλάκωσε διόλου τον τόνο της φωνής του. «Θα πάρει πολλή ώρα ακόμα μέχρι να παραδώσω το μήνυμα; Πήγαινε με στα διαμερίσματά τους. Δεν μπορεί να είναι τόσο δύσκολο να βρει κανείς δυο Άες Σεντάι. Δεν βρισκόμαστε στον καταραμένο τον Λευκό Πύργο».
«Άες Σεντάι;» είπε μια γυναίκα πίσω του, με τη χαρακτηριστική βαριά προφορά των Ιλιανών. «Αν ψάχνεις για δυο Άες Σεντάι, τις βρήκες».
Η έκφραση στο πρόσωπο της Λαρέν δεν άλλαξε σχεδόν καθόλου. Τα μαύρα της μάτια κοίταξαν πάνω από τον ώμο του, κι ο Ματ ήταν σίγουρος πως διέκρινε μέσα τους ανησυχία.
Βγάζοντας το καπέλο του, ο Ματ στράφηκε, με ένα καλοσυνάτο χαμόγελο να στολίζει το πρόσωπό του. Με αυτήν την ασημένια αλεπουδοκεφαλή που κρεμόταν από τον λαιμό του, οι Άες Σεντάι δεν τον απέφευγαν καθόλου. Όχι πολύ, δηλαδή. Είχε, βέβαια, και τα ελαττώματά της. Τελικά, ίσως αυτό το χαμόγελο να μην ήταν και τόσο καλοσυνάτο.
Οι δύο γυναίκες απέναντί του δεν θα μπορούσαν να είναι πιο ανόμοιες μεταξύ τους. Η μία ήταν λεπτή, με ελκυστικό χαμόγελο, και φορούσε ένα χρυσοπράσινο φόρεμα που άφηνε να φανεί η σχισμή από ένα ζευγάρι -όπως υπέθεσε ο Ματ- πανέμορφα στήθη. Αν το πρόσωπό της δεν είχε αυτήν τη περιβόητη αγέραστη όψη των Άες Σεντάι, δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να της πιάσει κουβέντα. Ήταν ένα χαριτωμένο πρόσωπο, με μάτια αρκετά μεγάλα για να βυθιστεί μέσα τους ένας άντρας. Κρίμα. Η άλλη φάνταζε εξίσου θαλερή, κάτι όχι ευδιάκριτο με την πρώτη ματιά. Αρχικά, νόμιζε πως ήταν μουτρωμένη, μέχρι που κατάλαβε πως αυτή ήταν η φυσιολογική της έκφραση. Το σχεδόν κατάμαυρο φόρεμά της την κάλυπτε μέχρι τους καρπούς και το πηγούνι, πράγμα για το οποίο ο Ματ ήταν ευγνώμων. Η γυναίκα έδειχνε κάτισχνη, σαν γέρικο κλαδί από βάτο. Ήταν λες κι έτρωγε αγκάθια για πρωινό.
«Προσπαθώ να αφήσω ένα μήνυμα για τη Νυνάβε και την Ηλαίην», τους είπε. «Αυτή εδώ η γυναίκα...» Βλεφάρισε, κοιτώντας σε κάθε διάδρομο χωριστά. Διάφοροι υπηρέτες πηγαινοέρχονταν, αλλά η Λαρέν δεν φαινόταν πουθενά. Δεν περίμενε πως εκείνη μπορούσε να εξαφανιστεί τόσο γρήγορα. «Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να αφήσω ένα μήνυμα. Είστε φίλες τους;» πρόσθεσε κάπως επιφυλακτικά.
«Όχι ακριβώς», απάντησε η χαριτωμένη. «Εγώ είμαι η Τζολίνε κι από δω η Τέσλυν. Εσύ θα πρέπει να είσαι ο Ματ Κώθον». Το στομάχι του Ματ σφίχτηκε. Εννέα Άες Σεντάι υπήρχαν στο παλάτι, κι αυτός έπεσε πάνω στις δύο ακόλουθες της Ελάιντα. Κι η μία από δαύτες ήταν Κόκκινη. Όχι πως είχε να φοβηθεί κάτι. Χαμήλωσε το χέρι στα πλευρά του, πριν προλάβει κι αγγίξει το αλεπουδίσιο κεφάλι, κάτω από τα ρούχα του.
Αυτή που έτρωγε τα αγκάθια -η Τέσλυν- έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. Σύμφωνα με τον Θομ, ήταν Καθήμενη, αν και, το τι έκανε εδώ μια Καθήμενη, δεν το καταλάβαινε ούτε ο Θομ. «Θα γινόμασταν φίλες τους, αν μπορούσαμε. Χρειάζονται φίλους, Αφέντη Κώθον, όπως κι εσύ άλλωστε». Τα μάτια της πάσχιζαν να ανοίξουν τρύπες στο κεφάλι του.
Η Τζολίνε τον πλησίασε από τα πλάγια, ακουμπώντας το χέρι της στο πέτο του. Κάλλιστα, θα θεωρούσε προκλητικό αυτό το χαμόγελο, αν προερχόταν από άλλη γυναίκα. Ανήκε στο Πράσινο Άτζα. «Βαδίζουν σε επικίνδυνα χωράφια και δεν έχουν ιδέα τι βρίσκεται κάτω από τα πόδια τους. Ξέρω πως είσαι φίλος τους. Πρέπει να το αποδείξεις λέγοντάς τους γα εγκαταλείψουν αυτές τις βλακείες προτού να είναι πολύ αργά. Τα ανόητα παιδάκια που το παρακάνουν τιμωρούνται αυστηρά».