«Θέλει να τον συνοδεύσουμε», είπε η Τζολίνε με σταθερή φωνή. «Αν μη τι άλλο, για δική του προστασία. Τρεις τα'βίρεν από ένα και μοναδικό χωριό; Κι ο ένας, μάλιστα, να είναι ο ίδιος ο Αναγεννημένος Δράκοντας; Ο Άρχοντας Κώθον πρέπει να σταλεί αμέσως στον Λευκό Πύργο». Και την είχε θεωρήσει χαριτωμένη...
Η Μέριλιλ απλώς κούνησε το κεφάλι της. «Υπερεκτιμάς τη θέση σου εδώ, Τζολίνε, αν νομίζεις πως θα σου επιτρέψω έτσι εύκολα να πάρεις αυτό το αγόρι».
«Εσύ υπερεκτιμάς τον εαυτό σου, Μέριλιλ». Η Τζολίνε έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και κοίταξε αφ' υψηλού την άλλη γυναίκα. Τα χείλη της είχαν σουφρώσει σε ένδειξη ανωτερότητας και συγκατάβασης. «Καταλαβαίνεις πως ο μόνος λόγος που δεν σας φυλακίζουμε όλες μαζί, ταΐζοντάς σας μόνο με ψωμί και νερό μέχρι να σας επιστρέψουμε στον Πύργο, είναι επειδή δεν θέλουμε να προσβάλουμε την Τάυλιν;»
Ο Ματ περίμενε πως η Μέριλιλ θα ξεσπούσε σε γέλια, αλλά εκείνη κούνησε ελαφρά το κεφάλι της, σαν να ήθελε να απομακρυνθεί από το επίμονο βλέμμα της Τζολίνε.
«Δεν θα τολμούσατε». Η χαρακτηριστική γαλήνη των Άες Σεντάι έμοιαζε με μάσκα πάνω στο πρόσωπο της Σάριθα. Με ήρεμη έκφραση και σταθερά χέρια τακτοποίησε το επώμιο της, ωστόσο η κοφτή της ανάσα μαρτυρούσε πως η ηρεμία της ήταν μόνο επιφανειακή.
«Αυτά είναι παιδιάστικα πράγματα, Τζολίνε», μουρμούρισε ξερά η Βαντέν. Ήταν η μόνη από τις τρεις που έμοιαζε ατάραχη.
Ένα αχνό αναψοκοκκίνισμα φούντωσε τα μάγουλα της Μέριλιλ, λες κι η ασπρομάλλα γυναίκα είχε απευθυνθεί στην ίδια, μολονότι το βλέμμα της παρέμεινε σταθερό. «Μην περιμένεις να υπακούσουμε», είπε με σταθερή φωνή στην Τζολίνε. «Άλλωστε, είμαστε πέντε. Εφτά, μαζί με τη Νυνάβε και την Ηλαίην». Αυτή η τελευταία πρόταση βγήκε ασυναίσθητα και κάπως διστακτικά.
Η Τζολίνε ανασήκωσε το ένα της φρύδι. Τα κοκαλιάρικα δάχτυλα της Τέσλυν δεν χαλάρωσαν καθόλου τη λαβή τους, τουλάχιστον όχι περισσότερο από της Βαντέν, αλλά κοίταξε τη Τζολίνε και τη Μέριλιλ εξεταστικά με αόριστη έκφραση. Οι Άες Σεντάι ζούσαν σε μια χώρα ξένη, όπου δεν ήξερες τι να περιμένεις μέχρι που ήταν πολύ αργά πια. Υπήρχαν πολλά υπόγεια ρεύματα εδώ. Τα υπόγεια ρεύματα που περιτριγύριζαν τις Άες Σεντάι μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο έναν άνθρωπο χωρίς αυτές να πάρουν είδηση τίποτα. Ίσως είχε έρθει η ώρα για τον Ματ να ξεφορτωθεί από πάνω του αυτά τα δάχτυλα.
Η ξαφνική επανεμφάνιση της Λαρέν τον έβγαλε από τον κόπο. Παλεύοντας να ξαναβρεί την ανάσα της, λες κι είχε τρέξει χιλιόμετρα, η πλαδαρή γυναίκα άπλωσε τη φούστα της σε μια υπόκλιση πολύ βαθύτερη από την προηγούμενη. «Συγχωρήστε με για την ενόχληση, Άες Σεντάι, αλλά η Βασίλισσα επιθυμεί να παρουσιαστεί ενώπιόν της ο Άρχοντας Κώθον. Συγχωρήστε με, παρακαλώ. Θα ακούσω τα εξ αμάξης, αν δεν της τον πάω αμέσως».
Οι Άες Σεντάι την κοίταζαν, μέχρι που η γυναίκα άρχισε να κάνει νευρικές κινήσεις. Ύστερα, αμφότερες οι ομάδες των Άες Σεντάι αντάλλαξαν βλέμματα, προσπαθώντας να ψυχανεμιστούν ποια θα τον άφηνε πρώτη. Κατόπιν, κοίταξαν τον ίδιο, κι ο Ματ αναρωτήθηκε αν τελικά σκόπευαν να τον αφήσουν.
«Δεν γίνεται να αφήσω τη Βασίλισσα να περιμένει, έτσι δεν είναι;» είπε με μια δόση ευθυμίας. Κρίνοντας από τα ρουθουνίσματα, η αντίδραση δεν διέφερε από το να είχε τσιμπήσει τα οπίσθια κάποιας από δαύτες. Ακόμα κι η Λαρέν έσμιξε τα φρύδια της αποδοκιμαστικά.
«Άφησέ τον ελεύθερο, Αντελέας», είπε τελικά η Μέριλιλ.
Ο Ματ συνοφρυώθηκε καθώς η ασπρομάλλα γυναίκα υπάκουσε. Εκείνη κι η Βαντέν θα έπρεπε να έχουν ταμπελίτσες με τα ονόματά τους ή να φορούν κορδέλες στα μαλλιά τους με διαφορετικό χρώμα, για να ξεχωρίζουν. Του χάρισε ένα ακόμα από αυτά τα χαρούμενα πονηρά χαμόγελα, κάτι που δεν του άρεσε καθόλου. Αυτά ήταν κόλπα των γυναικών, όχι αποκλειστικά των Άες Σεντάι, και συνήθως δεν ήξεραν κι οι ίδιες τι ήθελαν να πιστέψεις. «Τέσλυν;» είπε ο Ματ. Η βλοσυρή Κόκκινη τον κρατούσε ακόμα σφικτά από το πανωφόρι και με τα δυο χέρια. Τον κρυφοκοίταξε, αγνοώντας οποιονδήποτε άλλον παρόντα. «Η Βασίλισσα;»
Η Μέριλιλ άνοιξε το στόμα της να μιλήσει, αλλά δίστασε να πει αυτά που ήθελε. «Για πόση ώρα ακόμα σκοπεύεις να τον κρατάς, Τέσλυν; Ίσως χρειαστεί να δώσεις εξηγήσεις στην Τάυλιν για ποιον λόγο αγνόησες το κέλευσμά της».