«Σκέψου καλά με ποιου το μέρος θα πας, Αφέντη Κώθον», είπε η Τέσλυν, εξακολουθώντας να κοιτάει αποκλειστικά εκείνον. «Λανθασμένες επιλογές μπορεί να οδηγήσουν σε ένα δυσάρεστο μέλλον, ακόμα και για έναν τα'βίρεν. Σκέψου καλά». Έπειτα, τον άφησε.
Καθώς ο Ματ ακολουθούσε τη Λαρέν, προσπάθησε να μη δείξει τη λαχτάρα του να βρεθεί μακριά τους. Ωστόσο, ευχήθηκε να περπατούσε πιο γρήγορα αυτή η γυναίκα που έμοιαζε να αιωρείται μπροστά του, μεγαλοπρεπής σαν βασίλισσα, ηγεμονική σαν Άες Σεντάι. Μόλις έφθασαν στην πρώτη στροφή, ο Ματ κοίταξε πάνω από τον ώμο του. Οι πέντε Άες Σεντάι στέκονταν ακόμα εκεί, ατενίζοντάς τον. Λες και το βλέμμα του λειτούργησε ως σινιάλο, οι Άες Σεντάι αντάλλαξαν σιωπηλές ματιές κι έφυγαν, η καθεμία προς διαφορετική κατεύθυνση. Η Αντελέας στράφηκε προς το μέρος του, αλλά, καμιά δεκαριά βήματα προτού τον φτάσει, του χαμογέλασε ξανά και χάθηκε στο άνοιγμα μιας πόρτας. Υπόγεια ρεύματα. Ο Ματ προτιμούσε να κολυμπάει στα ρηχά.
Η Λαρέν τον περίμενε στη γωνία, με τα χέρια ακουμπισμένα στους πλατιούς της γοφούς και το πρόσωπο χαλαρό. Ο Ματ υπέθεσε πως, κάτω από τη φούστα της, χτυπούσε τα πόδια της ανυπόμονα. Της χάρισε το χαμόγελο της επιτυχίας, ικανό να εξευμενίσει οποιαδήποτε γυναίκα, είτε ένα τρελοκόριτσο είτε μια γκριζομάλλα γιαγιά. Το χαμόγελο αυτό τού είχε χαρίσει φιλιά γυναικών, αλλά, εξίσου συχνά, τον είχε βγάλει κι από δύσκολες καταστάσεις. Ισοδυναμούσε με το να προσφέρει λουλούδια. «Ενήργησες σωστά και σ' ευχαριστώ. Είμαι σίγουρος πως η Βασίλισσα δεν επιθυμεί να με δει». Ακόμα και να επιθυμούσε όμως, αυτός δεν είχε καμιά διάθεση. Ό,τι και να πίστευε για τους ευγενείς, το πίστευε εις τριπλούν για τους κατέχοντες βασιλικά αξιώματα. Σ' εκείνες τις παλιές αναμνήσεις δεν υπήρχε τίποτα ικανό να του αλλάξει αυτήν την άποψη, και κάμποσοι από τους τύπους αυτούς είχαν περάσει αρκετό καιρό κοντά σε βασιλιάδες και σε βασίλισσες. «Λοιπόν, αν έχεις την καλοσύνη, δείξε μου πού μένουν η Νυνάβε κι η Ηλαίην...»
Περιέργως, το χαμόγελό του δεν έμοιαζε να την επηρεάζει ιδιαίτερα. «Δεν θα μπορούσα σε καμιά περίπτωση να πω ψέματα, Άρχοντα Κώθον. Δεν θα το άντεχα. Η Βασίλισσα όντως σε περιμένει, Άρχοντά μου. Είσαι πολύ γενναίος άντρας», πρόσθεσε η γυναίκα καθώς στράφηκε να φύγει, αλλά είπε και κάτι άλλο μέσα από τα δόντια της. «Ή πολύ μεγάλος βλάκας». Ο Ματ αμφέβαλε κατά πόσον προοριζόταν για τα αυτιά του αυτή η παρατήρηση.
Δύο επιλογές είχε: Ή να δει τη Βασίλισσα ή να περιπλανιέται στους διαδρόμους μέχρι να βρει κάποιον που θα τον διαφώτιζε ως προς ό,τι ήθελε να μάθει. Πήγε να δει τη Βασίλισσα.
Η Τάυλιν Κουιντάρα, ελέω Φωτός Βασίλισσα της Αλτάρα, Κυρά των Τεσσάρων Ανέμων, Φρουρός της Θάλασσας των Καταιγίδων κι Υψηλή Έδρα του Οίκου Μίτσομπαρ, τον περίμενε σε ένα δωμάτιο με κίτρινους τοίχους κι οροφή σε αχνογάλαζο χρώμα, όρθια μπροστά σε ένα πελώριο άσπρο τζάκι με πέτρινο ανώφλι σκαλισμένο σαν ανταριασμένη θάλασσα. Ο Ματ έκρινε πως άξιζε τον κόπο να έρθει να τη δει. Η Τάυλιν δεν ήταν καμιά νεαρή -τα λαμπερά, μαύρα μαλλιά που ξεχύνονταν πάνω από τους ώμους της είχαν γκριζάρει στους κροτάφους, ενώ αχνές γραμμές, σαν ιστοί από αράχνες, στόλιζαν τις άκρες των ματιών της- ούτε ακριβώς όμορφη, αν και τα δύο αμυδρά σημάδια στα μάγουλά της είχαν χαθεί με τον καιρό. Καλοβαλμένη, ήταν καταλληλότερος όρος. Πάντως, ήταν... επιβλητική. Μεγάλα σκοτεινά μάτια τον κοιτούσαν υπερήφανα, μάτια αετίσια. Η πραγματική της δύναμη δεν ήταν τόσο μεγάλη -ένας άντρας θα μπορούσε κάλλιστα να αποφύγει το ένταλμά της και να απομακρυνθεί από την Αλτάρα μέσα σε δύο ή τρεις μέρες- αλλά ο Ματ πίστευε πως εκείνη μπορούσε να κάνει ακόμα και μια Άες Σεντάι να κοντοσταθεί μπροστά της. Όπως η Ισέμπελε του Νταλ Καλαίν, η οποία είχε αναγκάσει την Άμερλιν Άνγκαρα να παρουσιαστεί μπροστά της. Ήταν από τις παλαιότερες αναμνήσεις. Το Νταλ Καλαίν είχε αφανιστεί στους Πολέμους των Τρόλοκ.
«Μεγαλειοτάτη», είπε ο Ματ, βγάζοντας το καπέλο του με μια πλατιά κίνηση και κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση, σείοντας στον αέρα έναν φανταστικό μανδύα, «παρίσταμαι κατόπιν της προσκλήσεώς σας». Ήταν δύσκολο να κρατήσει τη ματιά του μακριά από το αρκετά βαθύ και δαντελένιο οβάλ ντεκολτέ, όπου κρεμόταν το λευκό θηκάρι του γαμήλιου μαχαιριού. Όντως, ήταν ένα όμορφο —και στρογγυλό— θέαμα. Ωστόσο, όσο περισσότερο στήθος επεδείκνυε μια γυναίκα, τόσο λιγότερο ήθελε να το κοιτάζεις. Απροκάλυπτα, τουλάχιστον. Το λευκό θηκάρι. Ήξερε, ωστόσο, πως ήταν χήρα. Όχι ότι είχε και πολλή σημασία. Σύντομα, θα βρισκόταν μπλεγμένος, τόσο με τη Σκοτεινόφιλη με την αλεπουδίσια φάτσα, όσο και με τη βασίλισσα. Ήταν δύσκολο να μην κοιτάζει καθόλου, αλλά τα κατάφερε. Για την Τάυλιν, ήταν πιθανότερο να καλούσε τη φρουρά παρά να τραβούσε η ίδια το ποικιλμένο με πολύτιμους λίθους εγχειρίδιο από τη χρυσή ζώνη, που ταίριαζε απόλυτα με το ντεκολτέ όπου κρεμόταν το γαμήλιο μαχαίρι. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο εξακολουθούσαν τα ζάρια να κυλούν μέσα στο κεφάλι του. Η πιθανότητα μιας συνάντησης με τον δήμιο τα έκανε να στροβιλίζονται ανεξέλεγκτα.