Выбрать главу

Η υπόκλιση απέναντι στην Τηρήτρια δεν θεωρείτο απαραίτητη, όχι εκ μέρους μιας αδελφής τουλάχιστον, αλλά ήλπιζαν πως η Αλβιάριν θα είχε τη δυνατότητα να μεσολαβήσει στην Ελάιντα σε περίπτωση ανάγκης. Οι υπόλοιπες, απλώς αναρωτιόνταν τι είδους διαταγές μετέφερε και κατά πόσον κάποια αδελφή θα απομονωνόταν σήμερα για κάποια γκάφα που πιθανόν είχε κάνει μπροστά στην Άμερλιν. Ούτε καν τα μέλη του Κόκκινου Άτζα δεν προχωρούσαν σε απόσταση πέντε επιπέδων από τα καινούργια δώματα της Άμερλιν, εκτός κι αν τους καλούσε η ίδια, ενώ περισσότερες από μία αδελφές κρύβονταν όταν η Ελάιντα κατέβαινε. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, παχύρρευστη, με ένα είδος φόβου που δεν είχε να κάνει με τους επαναστάτες ούτε και με τους άντρες που διέθεταν την ικανότητα της διαβίβασης.

Μερικές αδελφές προσπάθησαν να της μιλήσουν, αλλά η Αλβιάριν τις προσπέρασε χωρίς ίχνος ευγένειας, μη δίνοντας την παραμικρή σημασία στην ανησυχία που γέμισε τη ματιά τους όταν αρνήθηκε να σταματήσει. Η Ελάιντα ήταν τόσο στο δικό της μυαλό όσο και το δικό τους. Επρόκειτο για γυναίκα πολλών στιβάδων. Με την πρώτη ματιά έβλεπες μια όμορφη γυναίκα γεμάτη εξευγενισμένη καχυποψία, ενώ με τη δεύτερη μια σιδηρά κυρία, τραχιά σαν γυμνή λάμα. Σε κατατρόπωνε εκεί που άλλοι σε έπειθαν, σε πειθανάγκαζε εκεί που άλλοι χρησιμοποιούσαν τη διπλωματία ή το Παιχνίδι των Οίκων. Όποιος τη γνώριζε, καταλάβαινε την ευφυΐα της, αλλά έπρεπε να περάσει κάμποσος καιρός προτού αντιληφθεί πως, παρά το μυαλό της, έβλεπε αυτό που ήθελε να δει και προσπαθούσε να κάνει αληθινό αυτό που ήθελε να είναι αληθινό. Το λιγότερο σημαντικό εκ των δύο, αναμφίβολα τρομερών, χαρακτηριστικών που αφορούσαν στο άτομό της ήταν ότι πολύ συχνά πετύχαινε. Το πλέον σημαντικό αφορούσε στο Ταλέντο της Πρόγνωσης που διέθετε.

Εύκολα το ξεχνούσε, τόσο ασταθές και σπάνιο ήταν. Είχε περάσει τόσος καιρός από την τελευταία φορά που συνέβη, ώστε η ίδια η μη προβλεψιμότητά του καταντούσε σχεδόν σοκαριστική. Κανείς, ούτε καν η Ελάιντα, δεν μπορούσε να πει με σιγουριά πότε θα εκδηλωνόταν, ούτε και τι θα αποκάλυπτε. Η Αλβιάριν αισθανόταν τη σκιώδη παρουσία της γυναίκας να την ακολουθεί κατά πόδας.

Ίσως αναγκαζόταν να τη σκοτώσει. Φυσικά, η Ελάιντα δεν θα ήταν η πρώτη γυναίκα που θα σκότωνε κρυφά. Ωστόσο, δίσταζε να πάρει αυτή την πρωτοβουλία χωρίς διαταγές ή, τουλάχιστον, χωρίς τη σχετική άδεια.

Μπήκε στα δώματά της με μια αίσθηση ανακούφισης, λες κι η σκιά τής Ελάιντα δεν θα τολμούσε να περάσει το κατώφλι. Κουτή σκέψη. Αν η Ελάιντα είχε έστω και μια αμυδρή αίσθηση υποψίας, ούτε χίλιες λεύγες δεν θα την κρατούσαν μακριά από το λαιμό της Αλβιάριν. Η Ελάιντα περίμενε πως θα ήταν σκληρή στη δουλειά της, πως θα επικύρωνε προσωπικά διαταγές, οι οποίες θα έπρεπε να σφραγιστούν και να υπογραφούν από την ίδια την Άμερλιν, αλλά το ποιες από αυτές θα εκτελούνταν ήταν ένα θέμα που θα αποφασιζόταν αργότερα. Όχι από την Ελάιντα, φυσικά, ούτε κι από την ίδια.

Τα δώματα ήταν μικρότερα από της Ελάιντα, μολονότι η οροφή ήταν πιο ψηλή κι υπήρχε ένα μπαλκόνι που κοίταζε στη μεγάλη πλατεία, μπροστά στον Πύργο, από ένα ύψος εκατό ποδών. Μερικές φορές έβγαινε στο μπαλκόνι για να δει την Ταρ Βάλον, τη μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, να απλώνεται μπροστά της, γεμάτη με αναρίθμητες χιλιάδες κόσμο που φάνταζε σαν μικροσκοπικά κομματάκια πάνω σε πέτρινη τάβλα. Τα έπιπλα είχαν έρθει από το Άραντ Ντόμαν, φτιαγμένα από ξεθωριασμένο, ραβδωτό ξύλο με ένθετα μαργαριτοφόρα όστρακα και κεχριμπάρι, ενώ τα χτυπητά χαλιά έφεραν σχέδια λουλουδιών και περγαμηνών κι οι ακόμα πιο έντονες ταπετσαρίες απεικόνιζαν δάση, λουλούδια κι ελαφάκια που έβοσκαν. Ανήκαν στον προηγούμενο ένοικο του δωματίου κι ο μοναδικός λόγος που η Αλβιάριν δεν τα είχε αλλάξει, πέρα από το ότι δεν ήθελε να χάσει χρόνο διαλέγοντας καινούργια, ήταν για να της θυμίζουν το τίμημα της αποτυχίας. Η Ληάνε Σάριφ είχε ανακατευτεί με διάφορες δολοπλοκίες, είχε αποτύχει και τώρα ήταν παντοτινά αποκομμένη από τη Μία Δύναμη, μια ανήμπορη πρόσφυγας που εξαρτιόταν από τις φιλανθρωπίες, καταδικασμένη σε μια ζωή μιζέριας μέχρις ότου αποφάσιζε είτε να βάλει ένα απότομο τέλος στη ζωή της, είτε απλώς να αφεθεί να πεθάνει. Η Αλβιάριν είχε ακούσει για κάποιες σιγανεμένες γυναίκες που κατάφεραν να επιβιώσουν, αλλά αμφέβαλλε για την αλήθεια αυτών των ιστοριών μέχρι που συνάντησε μία. Όχι ότι είχε την παραμικρή πρόθεση για κάτι τέτοιο, βέβαια.