Выбрать главу

Στρώσεις από μεταξωτά, κιτρινόλευκα μεσοφόρια κυμάτισαν καθώς η Βασίλισσα διέσχισε το δωμάτιο, ήρθε προς το μέρος του και κινήθηκε κυκλικά γύρω του. «Μιλάς την Παλιά Γλώσσα», είπε καθώς στεκόταν ξανά μπροστά του. Η φωνή της ήταν χαμηλή και μελωδική. Δίχως να περιμένει απάντηση και με μια κίνηση σαν να γλιστράει στον αέρα, κατευθύνθηκε προς ένα κάθισμα και κάθισε, τακτοποιώντας ενστικτωδώς την πράσινη φούστα της. Το βλέμμα της παρέμεινε καρφωμένο επάνω του. Ο Ματ σκέφτηκε πως ίσως η γυναίκα μπορούσε να καταλάβει πότε είχαν πλυθεί για τελευταία φορά τα εσώρουχά του. «Επιθυμείς να αφήσεις κάποιο μήνυμα. Έχω εδώ τον απαραίτητο εξοπλισμό». Μια δαντέλα πεσμένη στον καρπό της κυμάτισε, καθώς η γυναίκα ένευσε προς ένα μικρό τραπεζάκι κάτω από έναν καθρέφτη σε χρυσό πλαίσιο. Όλα τα έπιπλα ήταν επίχρυσα και σκαλισμένα σαν να ήταν από μπαμπού.

Τα ψηλά παράθυρα με τις τριπλές αψίδες που έβλεπαν σε ένα μπαλκόνι από σφυρήλατο σίδερο άφηναν να περάσει στο εσωτερικό μια αναπάντεχα ευχάριστη θαλασσινή αύρα, όχι βέβαια ιδιαίτερα δροσερή. Ο Ματ, ωστόσο, ένιωθε να ζεσταίνεται περισσότερο εδώ μέσα παρά στον δρόμο, κάτι που δεν είχε καμιά σχέση με το βλέμμα της Βασίλισσας. Ντεγένιε, ντιού νίντε κονσιόν κα’λγετ γιέ. Αυτά ήταν τα λόγια του. Η καταραμένη η Παλιά Γλώσσα ξεπήδησε για άλλη μια φορά από το στόμα του χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα. Πίστευε πως την είχε πια υπό έλεγχο. Ήταν αδύνατον να προβλέψει πότε θα σταματούσαν τον χορό τους αυτά τα καταραμένα ζάρια και με τι αποτέλεσμα. Ίσως ήταν καλύτερα να κοιτάζει το συμφέρον του και να κρατάει το στόμα του όσο το δυνατόν περισσότερο κλειστό. «Σας ευχαριστώ, Μεγαλειοτάτη». Το σκέφτηκε πολύ προτού ξεστομίσει αυτές τις λέξεις.

Λεπτά φύλλα ανοιχτόχρωμου χαρτιού τον περίμεναν στο κυρτό τραπεζάκι, το οποίο βρισκόταν στο κατάλληλο ύψος για γράψιμο. Ακούμπησε το καπέλο στο πόδι του τραπεζιού, κοιτώντας τη γυναίκα μέσα από τον καθρέφτη. Τον παρατηρούσε. Γιατί δεν είχε καταφέρει να συγκρατήσει τη γλώσσα του; Βουτώντας στο μελάνι μια χρυσή πένα -τι άλλο θα είχε μια βασίλισσα;- συνέθεσε πρώτα το κείμενο στο μυαλό του κι έπειτα έσκυψε πάνω από το χαρτί, καλύπτοντάς το με το άλλο του χέρι. Το χέρι του ήταν αδέξιο και τετραγωνισμένο. Ούτως ή άλλως, ποτέ του δεν συμπάθησε το γράψιμο.

Ακολούθησα μια Σκοτεινόφιλη στο ανάκτορο που έχει νοικιάσει ο Τζάιτσιμ Καρίντιν. Προσπάθησε να με σκοτώσει μία φορά, ίσως και τον Ραντ. Την υποδέχτηκαν ως παλιά φίλη του οίκου.

Για μια στιγμή απέμεινε να το κοιτάζει εξεταστικά, δαγκώνοντας την άκρη της πένας προτού συνειδητοποιήσει πως χαράκωνε το μαλακό χρυσάφι. Μπορεί η Τάυλιν να μην το είχε προσέξει. Έπρεπε να μάθουν σχετικά με τον Καρίντιν. Τι άλλο να έγραφε; Πρόσθεσε μερικές ακόμα προσεκτικά διατυπωμένες γραμμές. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να συμβεί ήταν να τις κάνει να αδιαφορήσουν.

Φερθείτε συνετά. Αν πρέπει, σώνει και καλά, να τριγυρνάτε από δω κι από κει, θα σας στείλω μερικούς άντρες για να σας προφυλάξουν και να μη βρεθείτε με τα κεφάλια ανοιγμένα. Εν πάση περιπτώσει, μήπως ήρθε η ώρα να σας πάω πίσω στην Εγκουέν; Εδώ δεν υπάρχει τίποτα εκτός από ζέστη και μύγες, κι από δαύτα μπορούμε να βρούμε άφθονα στο Κάεμλυν.

Ορίστε. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο αβρό.

Στυπώνοντας προσεκτικά τη σελίδα, τη δίπλωσε τέσσερις φορές. Λίγη άμμος μέσα σε ένα μικρό χρυσό δοχείο κάλυπτε ένα κάρβουνο. Ο Ματ το φύσηξε μέχρι που πυρακτώθηκε κι άναψε με αυτό ένα κόκκινο κερί, το οποίο έγειρε ελαφρά πάνω από το μήνυμα. Καθώς το βουλοκέρι έσταζε στις άκρες του χαρτιού, θυμήθηκε ξαφνικά πως είχε στην τσέπη του έναν σφραγιδόλιθο. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο, μια απλή ένδειξη δεξιοτεχνίας εκείνου που τον είχε σκαλίσει, αλλά σαφώς ήταν προτιμότερος από έναν άμορφο σβώλο. Το δαχτυλίδι ήταν κάπως μεγαλύτερο από τη λιμνούλα του στερεοποιημένου κεριού, αλλά το μεγαλύτερο κομμάτι της σφραγίδας αποτυπώθηκε.

Για πρώτη φορά έριξε μια προσεκτική ματιά στο απόκτημά του. Στο εσωτερικό μιας μπορντούρας τεράστιων μηνίσκων, μια τρεχάτη αλεπού αιφνιδίαζε δύο πουλιά που πετάριζαν. Η εικόνα τον έκανε να χαμογελάσει χαιρέκακα. Δυστυχώς, δεν απεικόνιζε ένα χέρι, ένδειξη της Ομάδας, αλλά εν πάση περιπτώσει έκανε τη δουλειά του. Όντως, θα χρειαζόταν να είναι πανούργος σαν αλεπού για να τα βγάλει πέρα με τη Νυνάβε και την Ηλαίην, οι οποίες μπορεί και να μην αιφνιδιάζονταν ακριβώς. Τέλος πάντων... Επιπλέον, το μενταγιόν τον είχε κάνει να συμπαθεί τις αλεπούδες. Έγραψε με ορνιθοσκαλίσματα στην εξωτερική επιφάνεια του μηνύματος το όνομα της Νυνάβε κι, ύστερα από μια δεύτερη σκέψη, της Ηλαίην. Είτε το έπαιρνε η μία είτε η άλλη, αμφότερες θα το έπρεπε να το δουν σύντομα.