Выбрать главу

Γυρίζοντας, με το σφραγισμένο γράμμα κρατημένο μπροστά του, ξαφνιάστηκε καθώς οι αρθρώσεις των δαχτύλων του ακούμπησαν πάνω στο στήθος της Τάυλιν. Παραπάτησε προς τα πίσω, πάνω στο τραπεζάκι, κοιτώντας την και πασχίζοντας να μην αναψοκοκκινίσει. Κοιτούσε το πρόσωπό της. Μόνο το πρόσωπό της. Δεν την είχε πάρει είδηση να τον πλησιάζει. Ίσως ήταν καλύτερο να αγνοήσει το ανάλαφρο άγγιγμα, έτσι ώστε να μην αισθανθεί κι αυτή μεγαλύτερη αμηχανία. Το πιθανότερο ήταν να τον θεωρούσε ατζαμή κι αγροίκο. «Υπάρχει κάτι εδώ μέσα που καλό θα ήταν να το γνωρίζετε, Μεγαλειοτάτη». Δεν υπήρχε και πολύς χώρος ανάμεσά τους για να σηκώσει το γράμμα. «Ο Τζάιτσιμ Καρίντιν φιλοξενεί Σκοτεινόφιλους, και δεν εννοώ ότι τους συλλαμβάνει».

«Είσαι σίγουρος; Μα, φυσικά και θα είσαι. Κανείς δεν προβαίνει σε τέτοιες κατηγορίες χωρίς να είναι σίγουρος». Μια αυλακιά χαράκωσε το μέτωπό της, αλλά η βασίλισσα σήκωσε το κεφάλι της κι η χαρακιά εξαφανίστηκε. «Ας μιλήσουμε για πιο ευχάριστα πράγματα».

Μόνο που δεν έβαλε τις φωνές. Της έλεγε πως ο πρέσβης των Λευκομανδιτών της αυλής της ήταν Σκοτεινόφιλος, κι αυτή απλώς μόρφαζε.

«Είσαι ο Άρχοντας Ματ Κώθον, έτσι;» Υπήρχε μια ερωτηματική χροιά στη φωνή της όσον αφορά στον τίτλο. Τα μάτια της του θύμιζαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά μάτια αετού. Μια βασίλισσα ποτέ δεν συμπαθούσε έναν επισκέπτη που προσποιούνταν πως ήταν άρχοντας.

«Σκέτο Ματ Κώθον». Κάτι του έλεγε πως η γυναίκα καταλάβαινε πότε κάποιος έλεγε ψέματα. Επιπλέον, το να θεωρείται άρχοντας από τον κόσμο δεν ήταν παρά ένα τέχνασμα, μολονότι θα μπορούσε να ζήσει και χωρίς αυτό. Στο Έμπου Νταρ οι μονομαχίες ήταν καθημερινό φαινόμενο, αλλά ελάχιστοι προκαλούσαν άρχοντες, εκτός αν ήταν κι οι ίδιοι. Όπως και να είχε, μέσα στον τελευταίο μήνα ο Ματ είχε τσακίσει μερικά κεφάλια, είχε αφήσει τέσσερις άντρες αιμόφυρτους κι είχε τρέξει μισό μίλι για να ξεφύγει από μια γυναίκα. Το επίμονο βλέμμα της Τάυλιν τού προκαλούσε νευρικότητα. Κι εκείνα τα ζάρια εξακολουθούσαν να κροταλίζουν μέσα στο κρανίο του. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να φύγει από δω. «Θα σας ήμουν υπόχρεος, αν μου λέγατε πού μπορώ να αφήσω αυτό το γράμμα, Μεγαλειοτάτη...»

«Η Κόρη-Διάδοχος κι η Νυνάβε Σεντάι σπανίως σε αναφέρουν», του είπε αυτή, «αλλά μπορείς να μάθεις να ακούς όσα δεν λέγονται». Με μια αυθόρμητη κίνηση, άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε το μάγουλό του. Ο Ματ μισοανασήκωσε το χέρι του αβέβαια. Μήπως είχε μουντζουρωθεί με μελάνι εκεί καθώς μασούσε την πένα; Οι γυναίκες αρέσκονταν στη καθαριότητα και σίγουρα τους άρεσε να περιποιούνται και τους άντρες. Μπορεί το ίδιο να ίσχυε και για τις βασίλισσες. «Αυτό που δεν λένε, αλλά που εγώ κατάφερα να μάθω, είναι ότι είσαι ένας αδάμαστος κατεργάρης, τζογαδόρος και γυναικάς». Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα δικά του κι η έκφρασή της δεν είχε αλλάξει ούτε στο ελάχιστο. Η φωνή της παρέμενε σταθερή και ψυχρή, αλλά, ενόσω μιλούσε, τα δάχτυλά της χάιδευαν το άλλο του μάγουλο. «Οι αδάμαστοι άντρες είναι συχνά κι οι πιο ενδιαφέροντες. Για κουβέντα, δηλαδή». Το ένα της δάχτυλο πλανήθηκε πάνω στα χείλη του. «Να, λοιπόν, ένας αδάμαστος κατεργάρης που ταξιδεύει μαζί με τις Άες Σεντάι, ένας τα'βίρεν που, απ όσο αντιλαμβάνομαι, τις κάνει να τον φοβούνται λιγάκι ή, τουλάχιστον, να νιώθουν κάπως άβολα. Ο άντρας χρειάζεται να έχει γερά νεύρα για να κάνει μια Άες Σεντάι να νιώσει άβολα. Πώς θα καταφέρεις να λυγίσεις το Σχήμα στο Έμπου Νταρ, σκέτε Ματ Κώθον;» Το χέρι της ακούμπησε στον λαιμό του κι ο Ματ αισθάνθηκε τον σφυγμό της καρδιάς του να πάλλεται πάνω στα δάχτυλά της.

Έμεινε με το στόμα ανοικτό. Το τραπεζάκι πίσω του κροτάλισε πάνω στον τοίχο καθώς ο Ματ πισωπάτησε. Η μόνη οδός διαφυγής ήταν να την παραμερίσει ή να σκαρφαλώσει πάνω από τη φούστα της. Οι γυναίκες δεν συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο! Ναι, κάποιες από αυτές τις παλιές αναμνήσεις τού έλεγαν ότι δεν ήταν και τόσο ασυνήθιστο, αλλά δεν ήταν παρά μνήμες που πατούσαν πάνω σε άλλες μνήμες κι έλεγαν απλώς ότι η τάδε γυναίκα είχε κάνει αυτό κι η δείνα εκείνο. Όσα μπορούσε να ανακαλέσει ξεκάθαρα στο μυαλό του αφορούσαν κυρίως σε μάχες, κάτι που δεν βοηθούσε αυτήν τη στιγμή. Η βασίλισσα χαμογέλασε, και το χαμόγελό της δεν ήταν παρά μια συστροφή των χειλιών που δεν μείωσε καθόλου τη λάμψη του αρπακτικού που υπήρχε στα μάτια της. Αισθάνθηκε τις τρίχες του σβέρκου του να ορθώνονται.