Выбрать главу

Το βλέμμα της πετάχτηκε πάνω από τον ώμο του, στον καθρέφτη, και στράφηκε απότομα, αφήνοντάς τον να κοιτάζει σαν χαζός την πλάτη της καθώς εκείνη απομακρυνόταν. «Θα κανονίσω να ξαναμιλήσουμε, Αφέντη Κώθον. Πρέπει να...» Δεν συνέχισε την πρότασή της καθώς η πόρτα άνοιξε διάπλατα, ξαφνιάζοντάς την. Όμως επρόκειτο για προσποιητή έκπληξη, αφού ο Ματ συνειδητοποίησε πως η βασίλισσα είχε δει μέσα από τον καθρέφτη ήδη την πόρτα να κινείται.

Ένας λεπτός νεαρός εισήλθε στο δωμάτιο κουτσαίνοντας ελαφρά, ένας μελαχρινός τύπος με διαπεραστική ματιά, η οποία στεκόταν αδιάκοπα στον Ματ. Μαύρα μαλλιά έφταναν στους ώμους του, κι είχε έναν ασυνήθιστο μανδύα από πρασινωπό μετάξι περασμένο πάνω από τους ώμους, με χρυσαφιά αλυσίδα πάνω στο στήθος του και χρυσές λεοπαρδάλεις κεντημένες στο πέτο. «Μητέρα», είπε, υποκλινόμενος στην Τάυλιν κι αγγίζοντας με τα δάχτυλά του τα χείλη του.

«Μπέσλαν». Η ζεστασιά στη φωνή της ήταν έκδηλη μόλις πρόφερε το όνομά του και τον φίλησε στα μάγουλα και στα βλέφαρα. Ο ακλόνητος, παγωμένος τόνος που είχε χρησιμοποιήσει με τον Ματ ήταν τώρα ανύπαρκτος. «Βλέπω πως όλα πήγαν καλά».

«Θα μπορούσαν να πάνε και καλύτερα». Το αγόρι αναστέναξε. Παρά το βλέμμα του, ο τρόπος του ήταν ήπιος κι η φωνή του απαλή. «Ο Νέβιν με έκοψε στο πόδι στον δεύτερο γύρο, ενώ στον τρίτο γλίστρησε, κι η λάμα μου διαπέρασε την καρδιά του αντί να τον χτυπήσει στο δεξί χέρι. Η προσβολή δεν ήταν αντάξια φόνου και τώρα πρέπει να εκφράσω τα συλλυπητήριά μου στη χήρα του». Έμοιαζε περίλυπος, τόσο γι' αυτό, όσο και για τον θάνατο αυτού του Νέβιν.

Το καταχαρούμενο πρόσωπο της Τάυλιν ήταν κάπως παράταιρο για μια γυναίκα που ο γιος της μόλις της είχε αναφέρει πως σκότωσε κάποιον. «Φρόντισε να είναι σύντομη η επίσκεψή σου. Στοιχηματίζω ότι η Νταβίντρα θα ανήκει στην κατηγορία των χηρών που θέλουν πολύ κανάκεμα. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να την παντρευτείς ή να σκοτώσεις τους αδελφούς της». Κρίνοντας από τον τόνο της φωνής της, η πρώτη εναλλακτική ήταν η χειρότερη, ενώ η δεύτερη απλός μπελάς. «Από δω ο Αφέντης Ματ Κώθον, γιε μου. Είναι τα'βίρεν. Ελπίζω να γίνετε φίλοι. Αν θέλετε, μπορείτε να πάτε μαζί στους χορούς της Βραδιάς Σγουόβαν απόψε».

Ο Ματ αναπήδησε. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να του κάνει παρέα κάποιος που επιδιδόταν σε μονομαχίες και του οποίου η μάνα θώπευε το μάγουλο του. «Οι χοροί δεν είναι το δυνατό μου σημείο», είπε γρήγορα. Στους Εμπουνταρινούς άρεσαν τα πανηγύρια όσο τίποτε άλλο. Το Ανώτατο Τσάσαλαϊν ήταν παρελθόν πια εδώ κι είχαν πέντε ακόμα γιορτές μέσα στην ερχόμενη βδομάδα, δύο εκ των οποίων ήταν ολοήμερες, όχι μονάχα βραδινά τσιμπούσια. «Συνήθως χορεύω στα καπηλειά, πιο βάρβαρους χορούς. Δεν νομίζω να σας αρέσουν».

«Μου αρέσουν πολύ τα καπηλειά με τους άγριους χορούς», είπε ο Μπέσλαν χαμογελώντας και με την ίδια απαλή φωνή. «Οι χοροεσπερίδες είναι για τους πιο ηλικιωμένους και για τις ομορφούλες τους».

Ύστερα κι από αυτό, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Προτού συνειδητοποιήσει καλά-καλά ο Ματ τι συνέβαινε, η Τάυλιν τον είχε τυλίξει. Θα πήγαινε παρέα με τον Μπέσλαν στα πανηγύρια. Σε όλα τα πανηγύρια. Κυνήγι, έτσι το αποκαλούσε ο Μπέσλαν, κι όταν ο Ματ, αφηρημένος, ανέφερε κάτι για κυνήγι κοριτσιών -ποτέ του δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο μπροστά στη μητέρα κάποιου χωρίς να το σκεφτεί πολύ- το αγόρι γέλασε κι είπε: «Είτε κορίτσια είτε μονομαχίες, είτε φιλάς είτε διασταυρώνεις τα ξίφη, το θέμα είναι να περάσεις όσο το δυνατόν καλύτερα. Έτσι δεν είναι, Ματ;» Η Τάυλιν χαμογέλασε γεμάτη στοργή στον Μπέσλαν.

Ο Ματ κατάφερε να χαμογελάσει κι αυτός αδύναμα. Αυτός ο Μπέσλαν ήταν παλαβός, αλλά κι η μάνα του δεν πήγαινε πίσω.

17

Ο Θρίαμβος της Λογικής

Ο Ματ βγήκε από το παλάτι μόλις τον άφησε ελεύθερο η Τάυλιν. Αν πίστευε πως θα βοηθούσε σε κάτι, δεν θα δίσταζε να το βάλει στα πόδια. Ένιωθε τόση ανατριχίλα, ώστε ξέχασε σχεδόν τον χορό των ζαριών μέσα στο κεφάλι του. Το μακράν χειρότερο απ' όλα ήταν όταν ο Μπέσλαν αστειευόταν με τη μάνα του, λέγοντάς της πως έπρεπε να βρει κανένα παλικαράκι για να τη συνοδεύσει στον χορό, κι η Τάυλιν τού απάντησε γελώντας πως μια βασίλισσα δεν έχει χρόνο για ξεπεταρούδια, χωρίς να αποσπάσει στιγμή εκείνη την ανηλεή αετίσια ματιά της από τον Ματ. Τώρα καταλάβαινε γιατί οι λαγοί έτρεχαν τόσο γρήγορα. Περπατούσε βαριά, διασχίζοντας την Πλατεία Μολ Χάρα χωρίς να κοιτάζει μπροστά του. Ακόμα κι αν η Νυνάβε με την Ηλαίην χοροπηδούσαν παρέα με τον Τζάιτσιμ Καρίντιν και την Ελάιντα στο σιντριβάνι, κάτω από το άγαλμα μιας βασίλισσας νεκρής από καιρό, πάνω από δύο πιθαμές ψηλό και δείχνοντας προς τη θάλασσα, θα μπορούσε κάλλιστα να τις προσπεράσει χωρίς να τις προσέξει καθόλου.