Выбрать главу

Η κοινή αίθουσα της Περιπλανώμενης Γυναίκας ήταν μισοσκότεινη και σχετικά δροσερή ύστερα από τον καύσωνα που επικρατούσε έξω. Έβγαλε το καπέλο του ανακουφισμένος. Μια καταχνιά καπνού από πίπα αιωρούνταν στον αέρα, αλλά τα σκαλισμένα με αραβουργήματα παντζούρια πάνω από τα πλατιά αψιδωτά παράθυρα άφηναν να μπει αρκετό φως. Μερικά ταλαιπωρημένα κλαριά πεύκων ήταν δεμένα πάνω από τα παράθυρα προς τιμήν της Νυχτιάς Σγουόβαν. Σε μια γωνιά, δύο γυναίκες με λαούτα κι ένας τύπος με ένα μικρό τύμπανο ανάμεσα στα γόνατά του έπαιζαν ένα είδος διαπεραστικής παλλόμενης μουσικής, που μάλλον άρεσε στον Ματ. Ακόμα κι αυτήν την ώρα ήταν παρόντες μερικοί θαμώνες, αλλοδαποί έμποροι με αυστηρά μάλλινα ρούχα, που θύμιζαν κάπως τους Εμπουνταρινούς, φορώντας οι περισσότεροι στολές διάφορων συντεχνιών. Δεν υπήρχαν ούτε μαθητευόμενοι ούτε ταξιδευτές εδώ. Τόσο κοντά στο παλάτι, η Περιπλανώμενη Γυναίκα δεν ήταν διόλου ανέξοδο μέρος για να πιεις ή να φας, πόσω μάλλον για να κοιμηθείς.

Ο κροταλιστός ήχος των ζαριών πάνω στο τραπέζι σε μια γωνία, έμοιαζε να αντανακλά την αίσθηση που υπήρχε μέσα στο κεφάλι του, αλλά ο Ματ στράφηκε από την άλλη μεριά, όπου τρεις από τους άντρες του κάθονταν πάνω σε πάγκους γύρω από ένα άλλο τραπέζι. Ο Κόρεβιν, ένας γεροδεμένος Καιρχινός, με μύτη που έκανε τα μάτια του να φαντάζουν μικρότερα απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα, ήταν γυμνός μέχρι τη μέση, με τα γεμάτα τατουάζ μπράτσα του σηκωμένα πάνω από το κεφάλι του, ενώ ο Βάνιν άπλωνε λωρίδες γάζας γύρω από τη μέση του. Ο Βάνιν είχε τρεις φορές το μέγεθος του Κόρεβιν, αλλά έμοιαζε με φαλακρό τσουβάλι από ξύγκι που ξεχείλιζε από τον πάγκο. Το πανωφόρι του έμοιαζε λες κι είχε κοιμηθεί μέσα του επί μια βδομάδα, άσχετα με το αν πριν από μία ώρα το είχε σιδερώσει κάποια από τις υπηρέτριες. Μερικοί έμποροι κοιτούσαν ενοχλημένοι τους τρεις άντρες, κανείς όμως από τους Εμπουνταρινούς, οι άντρες κι οι γυναίκες των οποίων είχαν δει παρόμοια και χειρότερα στο παρελθόν.

Ο Χάρναν, ένας επικεφαλής Δακρυνός με θεληματικό σαγόνι κι ένα χονδροειδές τατουάζ που απεικόνιζε ένα γεράκι χαραγμένο στο αριστερό του μάγουλο, κατσάδιαζε τον Κόρεβιν. «...δεν με νοιάζει τι είπε ο τρελαμένος ο ιχθυοπώλης, παλιοβάτραχε, εσύ χρησιμοποίησες το καταραμένο σου το ρόπαλο και δεν δέχτηκες την πρόκληση απλώς και μόνο επειδή...» Έπαψε απότομα να μιλάει, μόλις είδε τον Ματ, και πάσχισε να δώσει την εντύπωση ότι δεν είχε ξεστομίσει αυτά τα λόγια, κάνοντας πως έχει πονόδοντο.

Αν ο Ματ ρωτούσε κάτι σχετικά, θα του έλεγαν ότι ο Κόρεβιν γλίστρησε κι έπεσε πάνω στην ίδια του τη λάμα, ή καμιά παρόμοια ανοησία, κι αυτός υποτίθεται ότι θα έπρεπε να το πιστέψει ή, τουλάχιστον, να προφασιστεί ότι το πιστεύει. Έτσι, άπλωσε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι, σαν να μη συνέβαινε τίποτα αφύσικο. Η αλήθεια βέβαια ήταν πως όλα αυτά ήταν σχετικά συνηθισμένα. Ο Βάνιν ήταν ο μόνος που δεν είχε συμμετάσχει σε τόσους καυγάδες. Για κάποιο λόγο, όσοι αποζητούσαν φασαρίες απέφευγαν τον Βάνιν, όπως και τον Ναλέσεν επίσης. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο Βάνιν έμοιαζε να το απολαμβάνει. «Δεν ήρθαν ακόμα ο Θομ ή ο Τζούιλιν;»

Ο Βάνιν δεν τον κοίταξε και συνέχισε να μπαντάρει τους επιδέσμους. «Δεν τους είδα πουθενά. Πάντως, ο Ναλέσεν πετάχτηκε για λίγο». Ο Βάνιν δεν συνήθιζε να αποκαλεί τον Ματ «άρχοντά μου» και διάφορες τέτοιες ανοησίες. Δεν έκρυβε την αντιπάθειά του για τους αριστοκράτες, εκτός από την ατυχή εξαίρεση της Ηλαίην. «Άφησε ένα σιδερόδετο μπαούλο στο δωμάτιο σου κι έφυγε, μουρμουρίζοντας κάτι για μπιχλιμπίδια». Έκανε να φτύσει μέσα από ένα κενό στα δόντια του, αλλά το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια υπηρέτρια και δεν το έκανε. Η Κυρά Ανάν κατακεραύνωνε όποιον έφτυνε στο πάτωμά της, όποιον πετούσε κόκαλα ή τίναζε την πίπα του για να βγάλει τον καπνό. «Το αγόρι βρίσκεται εκεί πίσω, στους στάβλους», συνέχισε ο άντρας προτού προλάβει ο Ματ να ρωτήσει τίποτα, «παρέα με το βιβλίο του και με μια από τις κόρες του πανδοχέα. Μια άλλη τού έκανε μαύρο τον πισινό, επειδή της έδωσε μια τσιμπιά». Ο Βάνιν έδεσε και την τελευταία λωρίδα γάζας και κοίταξε τον Ματ κατηγορητικά, λες κι έφταιγε εκείνος.

«Κακόμοιρο νιάνιαρο», μουρμούρισε ο Κόρεβιν, στριφογυρίζοντας να δει αν ο επίδεσμος ήταν σταθερός. Στο ένα του μπράτσο είχε ένα τατουάζ που απεικόνιζε μια λεοπάρδαλη κι έναν κάπρο, ενώ στο άλλο απεικονιζόταν μια γυναίκα κι ένα λιοντάρι. Η γυναίκα δεν φαινόταν να φοράει τίποτε άλλο εκτός από τα μαλλιά της. «Μυξόκλαιγε το καημένο, αν και το μουτράκι του έλαμψε όταν η Λεράλ τον άφησε να της πιάσει το χέρι». Όλες τους είχαν φροντίσει τον Όλβερ σαν καλές θείτσες, αν κι όχι από αυτές που μια μάνα θα επιθυμούσε να βρίσκονται κοντά στο παιδί της.