Выбрать главу

«Θα ζήσει», είπε ξερά ο Ματ. Το πιθανότερο ήταν πως το αγόρι έπαιρνε αυτές τις συνήθειες από τις «θείτσες». Λίγο ακόμα και θα του έκαναν τατουάζ. Αν μη τι άλλο, ο Όλβερ δεν το είχε σκάσει μαζί με τα παιδιά του δρόμου. Έμοιαζε να το απολαμβάνει, όσο τουλάχιστον απολάμβανε να γίνεται βραχνάς στις ενήλικες γυναίκες. «Λοιπόν, Χάρναν, περίμενε εδώ, κι αν πάρει το μάτι σου τον Θομ ή τον Τζούιλιν, άρπαξέ τους από τον σβέρκο. Βάνιν, θέλω να μάθεις ό,τι μπορείς σχετικά με το Αρχοντικό των Τσέλσαϊν, κοντά στην Πύλη των Τριών Πύργων». Έριξε μια διστακτική ματιά στο δωμάτιο. Οι σερβιτόρες πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα, κρατώντας φαγητά και, συχνότερα, ποτά. Οι περισσότεροι θαμώνες έμοιαζαν να μην ασχολούνται με τίποτα άλλο παρά με τις ασημένιες τους κούπες, αν και δύο γυναίκες, ντυμένες με ρούχα των μοδιστρών, λογόφερναν σιωπηλά, αγνοώντας τα ποτά τους και γέρνοντας πάνω από το τραπέζι η μία προς την άλλη. Κάποιοι έμποροι παζάρευαν, ανεμίζοντας τα χέρια τους και βουτώντας τα δάχτυλά τους μέσα στο ποτό για να σκαλίσουν διάφορα νούμερα πάνω στο τραπέζι. Η μουσική ήταν αρκετή για να μην ακουστεί, αλλά, καλού κακού, χαμήλωσε τη φωνή του.

Η πληροφορία πως ο Τζάιτσιμ Καρίντιν είχε επαφές με Σκοτεινόφιλους έκανε το στρογγυλό πρόσωπο του Βάνιν να μουτρώσει, λες κι ήταν έτοιμος να φτύσει χωρίς να νοιάζεται μήπως τον έβλεπε κανείς. Ο Χάρναν κάτι μουρμούρισε σχετικά με τους βρωμερούς Λευκομανδίτες κι ο Κόρεβιν πρότεινε να καταγγείλουν τον Καρίντιν στην Αστική Φρουρά. Η πρότασή του είχε ως αποτέλεσμα να τον κοιτάξουν οι άλλοι με ύφος τόσο αηδιασμένο, ώστε αναγκάστηκε να χώσει το πρόσωπό του σε μια κούπα μπύρα. Ήταν ένας από τους ελάχιστους άντρες που ήξερε ο Ματ, ο οποίος μπορούσε να πιει την μπύρα των Εμπουνταρινών με αυτήν τη ζέστη ή γενικότερα.

«Να προσέχεις», προειδοποίησε ο Ματ τον Βάνιν μόλις αυτός σηκώθηκε. Η αλήθεια ήταν πως δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα. Ο Βάνιν ήταν πολύ ευέλικτος σε σχέση με τον όγκο του. Ήταν ο καλύτερος αλογοκλέφτης σε δύο τουλάχιστον χώρες και μπορούσε να ξεγλιστρήσει ακόμα κι από έναν Πρόμαχο, αλλά... «Οι Λευκομανδίτες κι οι Σκοτεινόφιλοι είναι η ίδια φάρα». Ο άντρας μούγκρισε κάτι κι ένευσε στον Κόρεβιν να μαζέψει την πουκαμίσα και το πανωφόρι του και να έρθει μαζί του.

«Άρχοντά μου», είπε ο Χάρναν καθώς έφευγαν, «άκουσα πως έπεσε πούσι χτες στο Ράχαντ».

Ο Ματ ήταν έτοιμος να φύγει κι αυτός, αλλά σταμάτησε απότομα. Ο Χάρναν έμοιαζε ανήσυχος, πράγμα ασυνήθιστο. «Τι εννοείς "πούσι";» Με αυτήν τη ζέστη, το πυκνό πούσι δεν θα κρατούσε ούτε λίγα λεπτά.

Ο επικεφαλής ανασήκωσε τους ώμους του κάπως ενοχλημένος κι αφέθηκε να κοιτάζει την κούπα του. «Είπαν πως έπεσε ομίχλη κι ότι υπήρχαν... πράγματα... μέσα της». Κοίταξε τον Ματ. «Άκουσα πως μερικοί άνθρωποι εξαφανίστηκαν και κάποιοι από αυτούς βρέθηκαν φαγωμένοι, κομματιασμένοι».

Ο Ματ συγκρατήθηκε να μην ανατριχιάσει. «Τώρα η ομίχλη έφυγε, έτσι δεν είναι; Δεν ήσουν εκεί. Να ανησυχείς μόνο όταν αντιμετωπίζεις κάτι. Είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις». Ο Χάρναν συνοφρυώθηκε γεμάτος αμφιβολία, αλλά αυτή ήταν η αλήθεια. Αυτές οι φυσαλίδες του κακού -έτσι τις αποκαλούσε ο Ραντ, όπως κι η Μουαραίν- έσκαγαν σε άσχετο τόπο και χρόνο, κι ούτε ο Ραντ δεν μπορούσε να τις σταματήσει. Το να ανησυχείς γι' αυτές ήταν σαν να ανησυχείς μήπως πέσει κανένα τούβλο στο κεφάλι σου την ώρα που περπατάς. Κι ακόμα λιγότερο, μια και στη δεύτερη περίπτωση μπορούσες κάλλιστα να μείνεις στο σπίτι σου.

Ωστόσο, υπήρχε κάτι άξιο ανησυχίας. Ο Ναλέσεν είχε αφήσει τα κέρδη τους επάνω. Οι καταραμένοι οι ευγενείς ξόδευαν το χρυσάφι σαν νεράκι. Αφήνοντας τον Χάρναν να αφοσιωθεί την κούπα του, ο Ματ κατευθύνθηκε προς τη σκάλα χωρίς κάγκελα, στο πίσω μέρος του δωματίου. Προτού, όμως, τη φτάσει, τον πλεύρισε μια από τις υπηρέτριες.

Η Κάιρα ήταν ένα ισχνό κορίτσι με σαρκώδη χείλη και θολά μάτια. «Σας έψαχνε ένας άντρας, Άρχοντά μου», είπε στριφογυρίζοντας τη φούστα της από τη μια μεριά στην άλλη και κοιτώντας τον μέσα από τα μεγάλα της ματοτσίνορα. Υπήρχε μια βραχνάδα στη φωνή της. «Είπε ότι ήταν Φωτοδότης, αλλά εμένα μου φάνηκε ελεεινός. Παρήγγειλε να φάει, αλλά, όταν η Κυρά Ανάν τού αρνήθηκε, σηκώθηκε κι έφυγε. Επέμενε να πληρώσετε εσείς».

«Την επόμενη φορά, περιστέρα μου, δώστε του να φάει», της απάντησε, γλιστρώντας ένα ασημένιο νόμισμα στον βαθύ λαιμό του φορέματός της. «Θα μιλήσω στην Κυρά Ανάν». Όντως ήθελε να βρει έναν Φωτοδότη -πραγματικό, όχι κάποιον γελοίο μιμητή τους- αλλά τώρα πια δεν είχε και πολλή σημασία. Τουλάχιστον, όχι από τη στιγμή που τόσο χρυσάφι παρέμενε αφρούρητο. Όσο για τις ομίχλες του Ράχαντ, τους Σκοτεινόφιλους, τις Άες Σεντάι κι αυτή την καταραμένη την Τάυλιν, που φαίνεται πως τα είχε χαμένα...