Выбрать главу

Η Κάιρα χαχάνισε και στριφογύρισε σαν χαϊδεμένη γάτα. «Θα θέλατε να σας φέρω λίγο παντς στο δωμάτιο σας, Άρχοντά μου; Κάτι άλλο μήπως;» Χαμογέλασε ελπιδοφόρα και δελεαστικά.

«Ίσως αργότερα», αποκρίθηκε ο Ματ, χτυπώντας ελαφρά τη μύτη της με το ακροδάχτυλό του. Η κοπέλα χαχάνισε ξανά. Πάντα έτσι έκανε. Η Κάιρα δεν θα είχε αντίρρηση να κάνει ένα σκίσιμο στη φούστα της, για να φαίνεται το μεσοφόρι μέχρι το μέσον του γοφού της ή κι ακόμα ψηλότερα, αν το επέτρεπε η Κυρά Ανάν, αλλά η πανδοχέας φρόντιζε για το καλό των σερβιτόρων της όσο και για τις κόρες της. Σχεδόν δηλαδή. «Ίσως αργότερα».

Ανεβαίνοντας με γρήγορο βήμα τα πλατιά πέτρινα σκαλιά, έβγαλε την Κάιρα από τον νου του. Τι θα έκανε με τον Όλβερ; Το αγόρι θα τα έβρισκε σκούρα κάποια μέρα, αν εξακολουθούσε να νομίζει ότι μπορεί να μεταχειρίζεται τις γυναίκες κατ' αυτόν τον τρόπο. Σκέφτηκε πως καλό θα ήταν να τον κρατήσει μακριά από τον Χάρναν και τους υπόλοιπους. Ήταν κακή επιρροή, κι αυτό έπρεπε να το θυμάται καλά! Έπρεπε να πάρει τη Νυνάβε και την Ηλαίην από το Έμπου Νταρ προτού συνέβαινε κάτι ακόμα χειρότερο.

Το δωμάτιό του ήταν στην μπροστινή μεριά, με παράθυρα που έβλεπαν στην πλατεία, και, καθώς έκανε να αγγίξει την πόρτα, ένα τρίξιμο αντήχησε στο δάπεδο του διαδρόμου. Δεν θα έδινε σημασία, αν βρισκόταν σε οποιοδήποτε άλλο πανδοχείο, αλλά στην Περιπλανώμενη Γυναίκα τα πατώματα δεν έτριζαν.

Κοίταξε πίσω κι, ενώ του έπεφτε το καπέλο, απέφυγε τελευταία στιγμή το κατερχόμενο ρόπαλο που τον χτυπούσε στο αριστερό χέρι αντί για το κρανίο. Το χτύπημα του μούδιασε το χέρι, αλλά ο Ματ κρατήθηκε όρθιος καθώς παχιά δάχτυλα βυθίζονταν στον λαιμό του, σπρώχνοντάς τον πίσω, στην πόρτα του δωματίου του, πάνω στην οποία χτύπησε με δύναμη το κεφάλι του. Μαύρες κηλίδες με ασημιά περιγράμματα χόρεψαν μπροστά στο οπτικό του πεδίο, επισκιάζοντας ένα ιδρωμένο πρόσωπο. Το μόνο που έβλεπε -κι αυτό θολά- ήταν μια μεγάλη μύτη και κιτρινισμένα δόντια. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε πως βρισκόταν κοντά στην άλλη πλευρά της συνείδησης. Το σφίξιμο των δαχτύλων εμπόδιζε την κυκλοφορία του αίματος προς τον εγκέφαλο, καθώς και τον αέρα. Το ελεύθερο χέρι του ψαχούλεψε μέσα στο πανωφόρι του, πασχίζοντας να βρει τις λαβές των μαχαιριών του, λες και τα δάχτυλά του δεν θυμούνταν πια για ποιον λόγο ήταν εκεί. Το ρόπαλο ελευθερώθηκε με μια απότομη κίνηση. Το έβλεπε να υψώνεται, έτοιμο να του τσακίσει το κεφάλι. Εστιάζοντας επάνω του, ο Ματ τράβηξε ένα μαχαίρι από το θηκάρι του και το τίναξε μπροστά.

Ο επιτιθέμενος άφησε μια διαπεραστική κραυγή κι ο Ματ μόλις που ένιωσε το ρόπαλο να αναπηδά στον ώμο του καθώς έπεφτε στο δάπεδο. Ο άντρας, ωστόσο, δεν χαλάρωσε τη λαβή στον λαιμό του. Παραπαίοντας, ο Ματ τον ανάγκασε να οπισθοχωρήσει, παλεύοντας με το ένα του χέρι να ελευθερωθεί από τα όμοια με αρπάγες δάχτυλά του και μαχαιρώνοντάς τον κατ' επανάληψιν με το άλλο.

Ξαφνικά, ο τύπος κατέρρευσε, γλιστρώντας μακριά από τη λάμα του Ματ. Το μαχαίρι σχεδόν τον ακολούθησε στο πάτωμα, το ίδιο κι ο Ματ. Παίρνοντας βαθιές ανάσες και νιώθοντας τον φρέσκο αέρα στα πνευμόνια του, ο Ματ αρπάχτηκε από κάτι, το κούφωμα μιας πόρτας, και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του. Από το δάπεδο, τον κοίταζε ένας άντρας με λείο πρόσωπο και μάτια που δεν θα ξανάβλεπαν τίποτα, ένας μεγαλόσωμος τύπος με στριφτά Μουραντιανά μουστάκια, ντυμένος με ένα σκούρο μπλε πανωφόρι, ενδεικτικό κάποιου μικρεμπόρου ή εύπορου μαγαζάτορα. Δεν υπήρχε επάνω του τίποτα που να θυμίζει ληστή.

Ξαφνικά, ο Ματ συνειδητοποίησε πως κατά τη διάρκεια της πάλης τους είχαν περάσει μέσα από μια ανοικτή πόρτα. Το δωμάτιο ήταν μικρότερο από του Ματ, δίχως παράθυρα, ενώ ένα ζευγάρι λάμπες λαδιού, αφημένες στα μικρά τραπεζάκια δίπλα στο στενό κρεβάτι, παρείχαν έναν ζοφερό φωτισμό. Ένας λιπόσαρκος άντρας με ωχρά μαλλιά τινάχτηκε από ένα μεγάλο ανοικτό μπαούλο, πάνω από το οποίο ήταν σκυμμένος κοιτώντας με περιέργεια το πτώμα. Το μπαούλο κατελάμβανε τον περισσότερο χώρο στο δωμάτιο.

Ο Ματ άνοιξε το στόμα του να απολογηθεί για την αγενέστατη παρείσφρηση, κι ο λιπόσαρκος άντρας άρπαξε ένα μακρύ εγχειρίδιο από τη ζώνη του κι ένα ρόπαλο από το κρεβάτι και πήδηξε πάνω από το μπαούλο εναντίον του. Αυτή δεν ήταν συμπεριφορά ανθρώπου που κοιτάει έναν νεκρό ξένο. Προσκολλημένος στο πλαίσιο της πόρτας και πασχίζοντας να σταθεί στα πόδια του, ο Ματ έκανε μια κίνηση προσποίησης και, πριν καλά-καλά η λαβή του μαχαιριού αφήσει το χέρι του, ήδη έψαχνε κάτω από το πανωφόρι του για άλλο όπλο. Το μαχαίρι του καρφώθηκε στον λαιμό του άντρα κι ο Ματ έπεσε ξανά, αυτή τη φορά από ανακούφιση, καθώς ο άλλος έπιασε τον λαιμό του, με το αίμα να ξεπηδά ανάμεσα στα δάχτυλά του, και σωριάστηκε μέσα στο ανοικτό μπαούλο.