«Είναι καλό να έχεις τύχη», είπε ο Ματ βραχνά.
Τρικλίζοντας, έπιασε το μαχαίρι του και το καθάρισε πάνω στον γκρίζο μανδύα του άντρα, ο οποίος ήταν καλύτερης ποιότητας από εκείνον που φορούσε ο άλλος. Μάλλινος μεν, αλλά καλύτερου σχεδίου. Ένας άρχοντας μικρότερου βεληνεκούς σίγουρα δεν θα ντρεπόταν να τον φοράει. Από το κολάρο, συμπέρανε πως ήταν Αντορίτης. Βυθίστηκε στο κρεβάτι, κοιτώντας βλοσυρά τον άντρα που είχε σωριαστεί μέσα στο μπαούλο. Ένας θόρυβος του τράβηξε την προσοχή.
Ο υπηρέτης του βρισκόταν στην πόρτα, προσπαθώντας ανεπιτυχώς να κρύψει ένα μεγάλο μαύρο σιδερένιο τηγάνι πίσω από την πλάτη του. Ο Νέριμ διατηρούσε ένα ολόκληρο σετ από σκεύη και διάφορα άλλα πράγματα που έκρινε απαραίτητα για τα ταξίδια του υπηρέτη ενός άρχοντα στο μικρό δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Όλβερ, δίπλα σε αυτό του Ματ. Ήταν κοντός και κάτισχνος, ακόμα και για Καιρχινό. «Φοβάμαι πως ο Άρχοντάς μου έχει πάλι αίμα επάνω στο πανωφόρι του», μουρμούρισε μελαγχολικά. Την ημέρα που ο τόνος της φωνής του θα άλλαζε, ο ήλιος θα ανέτελλε από τη δύση. «Θα επιθυμούσα ο Άρχοντάς μου να προσέχει περισσότερο τα ρούχα του. Είναι πολύ δύσκολο να φύγει το αίμα χωρίς να αφήσει λεκέ, και τα έντομα δεν το έχουν σε τίποτα να αρχίσουν να κάνουν τρύπες. Το μέρος αυτό έχει πιο πολλά έντομα απ' οπουδήποτε αλλού, Άρχοντά μου». Ούτε που ανέφερε τους δύο νεκρούς άντρες ή τι σκόπευε να κάνει με το τηγάνι.
Η κραυγή είχε τραβήξει την προσοχή κι άλλων· η Περιπλανώμενη Γυναίκα δεν ανήκε στο είδος των πανδοχείων που οι κραυγές περνούσαν απαρατήρητες. Βαριά βήματα ακούστηκαν στον διάδρομο, κι η Κυρά Ανάν παραμέρισε τον Νέριμ με μια σθεναρή κίνηση, ανασηκώνοντας τον ποδόγυρό της για να προσπεράσει το πτώμα που κειτόταν στο δάπεδο. Την ακολουθούσε ο σύζυγός της, ένας γκριζομάλλης άντρας με τετραγωνισμένο πρόσωπο και με το διπλό σκουλαρίκι της Αρχαίας κι Αξιότιμης Ομοσπονδίας των Δικτύων να κρέμεται από το αριστερό αυτί του. Οι δύο λευκές πέτρες στον χαμηλότερο κρίκο υποδήλωναν πως είχε στην κατοχή του κι άλλες βάρκες πέραν αυτής στην οποία ήταν καπετάνιος. Ο Τζάσφερ Ανάν ήταν ένας από τους λόγους που ο Ματ πρόσεχε να μη χαμογελάει πολύ στις θυγατέρες της Κυράς Ανάν. Ο άντρας είχε ένα μαχαίρι εργασίας χωμένο πίσω από τη ζώνη του, καθώς και μια μεγαλύτερη γυριστή λάμα· το δε μακρύ γαλαζοπράσινο γιλέκο αποκάλυπτε το στήθος και τα μπράτσα του, που ήταν χαρακωμένα από τα σημάδια διάφορων μονομαχιών. Ωστόσο, αυτός εξακολουθούσε να είναι ζωντανός, ενώ οι περισσότεροι απ' όσους τού είχαν κάνει αυτά τα σημάδια δεν ήταν.
Ένας άλλος λόγος για την ιδιαίτερη αυτή προσοχή που επεδείκνυε ήταν η ίδια η Σετάλε Ανάν. Ποτέ στο παρελθόν ο Ματ δεν είχε χάσει το ενδιαφέρον του για ένα κορίτσι εξαιτίας της μητέρας του, ακόμα κι αν η τελευταία ήταν η ιδιοκτήτρια του πανδοχείου που διέμενε, αλλά η Κυρά Ανάν είχε τον δικό της τρόπο. Μεγάλοι χρυσοί κρίκοι κλυδωνίζονταν στα αυτιά της καθώς η ίδια επιθεωρούσε τους νεκρούς εντελώς ανέκφραστη. Ήταν αρκετά όμορφη, παρά την γκριζάδα που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στα μαλλιά της, και το γαμήλιο μαχαίρι αναπαυόταν ανάμεσα στα στρογγυλά της στήθη, που, υπό άλλες συνθήκες, θα του τραβούσαν αμέσως την προσοχή όπως η φλόγα του κεριού έλκει τις νυχτοπεταλούδες. Όμως, αν την κοίταζε με αυτόν τον τρόπο θα ήταν σαν να κοιτάζει... Όχι τη μάνα του. Ίσως μια Άες Σεντάι -αν κι αυτό το είχε κάνει κάμποσες φορές- ή τη Βασίλισσα Τάυλιν, το Φως να τον φυλάει. Δεν ήταν εύκολο να καταλάβει γιατί. Απλά, αυτή η γυναίκα είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να σκεφτεί κάτι που θα προσέβαλλε την Σετάλε Ανάν.
«Ο ένας τους πήδηξε πάνω μου στον διάδρομο». Ο Ματ κλώτσησε ελαφρά το μπαούλο που άφησε έναν κούφιο ήχο, παρά τον νεκρό άντρα που είχε σωριαστεί στο εσωτερικό του, με τα χέρια και τα πόδια του να κρέμονται έξω. «Με εξαίρεση αυτόν εδώ, είναι άδειο. Νομίζω πως σκόπευαν να το γεμίσουν με κλεψιμαίικα». Με το χρυσάφι, ίσως; Δεν ήταν πολύ πιθανό να είχε πάρει κάτι το αυτί τους, αφού το κέρδισε μόλις πριν από λίγες ώρες, αλλά θα μπορούσε να ζητήσει από την Κυρά Ανάν κάποιο ασφαλέστερο μέρος για να το φυλάξει.
Η γυναίκα ένευσε ήρεμα, με τα καστανά της μάτια γεμάτα γαλήνη. Δεν συγχυζόταν εύκολα με τους μαχαιρωμένους άντρες στο πανδοχείο της. «Επέμεναν να το κουβαλήσουν οι ίδιοι. Ισχυρίζονταν ότι ήταν η πραμάτεια τους. Πήραν το δωμάτιο λίγο πριν έρθεις. Για λίγες ώρες, έτσι είπαν, να ρίξουν έναν υπνάκο πριν ξεκινήσουν το ταξίδι για το Νορ Τσάσεν». Επρόκειτο για ένα μικρό χωριό στην ανατολική ακτή, αλλά μάλλον έλεγαν ψέματα. Αυτό, τουλάχιστον, υποδήλωνε ο τόνος της φωνής της. Κοίταξε συνοφρυωμένη τους νεκρούς άντρες, λες κι επιθυμούσε διακαώς να τους ζωντανέψει για να απαντήσουν στις ερωτήσεις της. «Ήταν δύσκολοι στο να διαλέξουν δωμάτιο. Αυτός με τα ανοιχτόχρωμα μαλλιά ήταν επικεφαλής. Απέρριψε τα πρώτα τρία που είδε και διάλεξε δαύτο, που είναι για έναν και μόνο υπηρέτη. Μάλλον ήταν σφιχτοχέρης».