«Ακόμα κι ένας κλέφτης μπορεί να είναι τσιγκούνης», είπε αφηρημένα ο Ματ. Αυτό ήταν αρκετό από μόνο του για να ξαναρχίσουν τα ζάρια να στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι του -ένα κεφάλι που κάλλιστα θα μπορούσε τώρα να είναι ανοιγμένο, αν δεν τύχαινε εκείνος ο τύπος να πατήσει στη μοναδική τριζάτη σανίδα του πανδοχείου- αλλά τα καταραμένα είχαν ήδη ξεκινήσει τον χορό τους, κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου.
«Άρα πιστεύεις πως ήταν τυχαίο, Άρχοντά μου;»
«Τι άλλο;»
Η γυναίκα δεν απάντησε. Ξανακοίταξε βλοσυρή τα πτώματα. Ίσως, τελικά, να μην ήταν και τόσο αισιόδοξη όσο νόμιζε. Σε τελική ανάλυση, δεν ανήκε στον ντόπιο πληθυσμό του Έμπου Νταρ.
«Πολλή βία τελευταία σε αυτήν την πόλη». Η φωνή του Τζάσφερ ήταν βαθιά, κι όταν μιλούσε κανονικά, έμοιαζε σαν να γαυγίζει προσταγές πάνω σε μια ψαρόβαρκα. «Μου φαίνεται πως πρέπει να προσλάβεις φρουρούς». Η Κυρά Ανάν κοίταξε τον άντρα της με ανασηκωμένο το ένα φρύδι, αλλά αυτός ύψωσε τα χέρια του σε αμυντική στάση. «Ήρεμα, γυναίκα. Μίλησα χωρίς να σκεφτώ πρώτα». Ήταν γνωστό πως οι γυναίκες των Εμπουνταρινών εξέφραζαν με έντονο τρόπο τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στους συζύγους τους. Δεν θα ήταν απίθανο, αν κάποιες από τις ουλές του να προέρχονταν από αυτήν. Το γαμήλιο μαχαίρι είχε χρησιμοποιηθεί κάμποσες φορές.
Ευχαριστώντας το Φως που δεν είχε παντρευτεί Εμπουνταρινή, ο Ματ ξανάβαλε το μαχαίρι του στο θηκάρι, μαζί με τα υπόλοιπα. Δόξα στο Φως, δεν ήταν καν παντρεμένος. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το χαρτί.
Η Κυρά Ανάν εξακολουθούσε να κάνει παρατηρήσεις στον σύζυγό της. «Σαν πολύ συχνά δεν συμβαίνει αυτό, άντρα μου;» είπε ψαχουλεύοντας τη λαβή ανάμεσα στα στήθη της. «Πολλές γυναίκες δεν θα άφηναν να περάσει έτσι κάτι τέτοιο. Η Ελίντε μού λέει συνέχεια πως δεν είμαι αρκετά αυστηρή όταν μιλάς χωρίς να σκεφτείς. Πρέπει να δώσω το καλό παράδειγμα στις κόρες μου». Η δριμύτητα στα χαρακτηριστικά της έλιωσε και μεταβλήθηκε σε ένα αχνό χαμόγελο. «Θα τιμωρηθείς. Δεν χρειάζεται να σου πω ποιος θα τραβήξει τα δίχτυα και σε ποια βάρκα».
«Παραείσαι ευγενική μαζί μου, γυναίκα», απάντησε ξερά ο Τζάσφερ. Δεν υπήρχε συντεχνία πανδοχέων στο Έμπου Νταρ, αλλά για κάθε κατάλυμα αυτού του είδους ο υπεύθυνος ήταν πάντα γένους θηλυκού. Κατά τους Εμπουνταρινούς, οποιοδήποτε πανδοχείο βρισκόταν στα χέρια άντρα θεωρούνταν κακό-τυχο, όπως κι οποιοδήποτε όχημα που οδηγούσε γυναίκα. Στη συντεχνία των ψαράδων δεν υπήρχαν γυναίκες.
Ο Ματ τράβηξε το χαρτί. Ήταν λευκό σαν το χιόνι, ακριβό και σκληρό, κάπως διπλωμένο. Οι λίγες γραμμές επάνω του ήταν τυπωμένες με ευθυγραμμισμένα γράμματα, σαν κι αυτά που έκανε ο Όλβερ ή κάποιος ενήλικος που δεν θα ήθελε να αναγνωρίσουν τη γραφή του.
Η ΗΛΑΙΗΝ ΜΕ ΤΗ ΝΥΝΑΒΕ ΤΟ ΠΑΡΑΤΡΑΒΑΝΕ. ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΕ ΤΟΥΣ ΠΩΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ. ΠΕΣ ΤΟΥΣ ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΟΥΝ, ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΓΟΝΥΠΕΤΗΣΟΥΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΑΙΝΤΑ ΙΚΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ.
Αυτό ήταν όλο. Υπογραφή δεν υπήρχε. Εξακολουθούν να κινδυνεύουν; Αυτό σήμαινε πως δεν ήταν κάτι καινούργιο, άσε που ήταν απίθανο να είχαν πέσει στην παγίδα των στασιαστών. Όχι, η ερώτηση ήταν λανθασμένη. Ποιος τού είχε δώσει αυτό το μήνυμα; Προφανώς κάποιος που θεωρούσε πως δεν μπορούσαν να του το παραδώσουν έτσι απλά. Και ποιος είχε την ευκαιρία για κάτι τέτοιο από τη στιγμή που έβαλε το πανωφόρι του, σήμερα το πρωί; Σίγουρα δεν ήταν κανείς μαζί του, άρα θα πρέπει να το έκανε κάποιος που βρέθηκε κοντά του. Κάποιος... Εντελώς αυθόρμητα, άρχισε να μουρμουρίζει ένα κομμάτι από το «Θαμπώνει τα Μάτια Μου και Σκοτεινιάζει το Μυαλό Μου». Στα γύρω μέρη, ο σκοπός αυτός είχε διαφορετικούς στίχους και λεγόταν «Ανάποδα και Γύρω-Γύρω». Μόνο η Τέσλυν κι η Τζολίνε θα μπορούσαν να το κάνουν, αλλά αυτό ήταν αδύνατον.
«Άσχημα νέα, Άρχοντά μου;» ρώτησε η Κυρά Ανάν.
Ο Ματ έχωσε το μήνυμα στην τσέπη του. «Υπήρξε ποτέ άντρας που να καταλαβαίνει τις γυναίκες; Δεν εννοώ τις Άες Σεντάι. Οποιεσδήποτε γυναίκες».
Ο Τζάσφερ μούγκρισε κι, όταν η γυναίκα τον κοίταξε όλο νόημα, ξέσπασε σε γέλια. Η ματιά που έριξε κατόπιν η Κυρά Ανάν στον Ματ έκρυβε τόση γαλήνη που θα ντρόπιαζε ακόμα και μια Άες Σεντάι. «Θα ήταν εύκολο για τους άντρες, Άρχοντά μου, αν απλώς έβλεπαν ή άκουγαν. Οι γυναίκες είναι αυτές που έχουν το δύσκολο έργο. Πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τους άντρες». Ο Τζάσφερ έπιασε το πλαίσιο της πόρτας, ενώ δάκρυα κυλούσαν στο σκοτεινό του πρόσωπο. Η γυναίκα τον κοίταξε πλάγια γέρνοντας το κεφάλι της κι έπειτα, με αφύσικα ψυχρή ηρεμία, στράφηκε και τον χτύπησε με τη γροθιά της κάτω από τα πλευρά, τόσο δυνατά που τα γόνατά του λύγισαν. Το γέλιο του έγινε αγκομαχητό, αλλά δεν σταμάτησε τελείως. «Έχουμε ένα ρητό στο Έμπου Νταρ, Άρχοντά μου», είπε στον Ματ πάνω από τον ώμο της. «Ο άντρας είναι μια αρμαθιά βάτα στο σκοτάδι, κι ακόμα κι ο ίδιος δεν ξέρει το μονοπάτι».