Ο Ματ ρουθούνισε. Αυτή η γυναίκα δεν βοηθούσε και πολύ την κατάσταση. Τέλος πάντων, είτε ήταν η Τέσλυν, είτε η Τζολίνε, είτε οποιοσδήποτε άλλος -και μάλλον κάποιος άλλος θα πρέπει να ήταν, αρκεί να μπορούσε να σκεφτεί ποιος- ο Λευκός Πύργος ήταν πολύ μακριά. Ο Τζάιτσιμ Καρίντιν βρισκόταν εδώ. Κοίταξε βλοσυρός τα δύο πτώματα. Μαζί του είχε και καμιά εκατοστή καθάρματα ακόμη. Έπρεπε να βρει κάποιον ασφαλή τρόπο να φυγαδεύσει από το Έμπου Νταρ τις δύο γυναίκες. Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς θα τα κατάφερνε. Ευχήθηκε να σταματούσαν να κυλούν αυτά τα καταραμένα ζάρια μέσα στο κεφάλι του.
Τα διαμερίσματα που μοιράζονταν η Τζολίνε με την Τέσλυν ήταν αρκετά απλόχωρα· περιελάμβαναν μια κρεβατοκάμαρα για την καθεμία, έναν χώρο για τις υπηρέτριες κι άλλον έναν, που κάλλιστα θα ήταν κατάλληλος για τον Μπλάερικ και τον Φεν, αν η Τέσλυν είχε τη δυνατότητα να φέρει μαζί και τους Προμάχους της. Η γυναίκα έβλεπε κάθε άντρα σαν εν δυνάμει λυσσασμένο λύκο και τίποτα δεν μπορούσε να της αντισταθεί από τη στιγμή που ήθελε κάτι. Αδυσώπητη όπως η Ελάιντα, ισοπέδωνε οτιδήποτε έμπαινε ως εμπόδιο στον δρόμο της. Ήταν ισοδύναμες σχεδόν από κάθε άποψη, αλλά δεν ήταν πολλοί αυτοί που κατόρθωναν να υπερισχύσουν της Τέσλυν χωρίς να έχουν σοβαρό πλεονέκτημα. Βρισκόταν στο γραφείο του καθιστικού, όταν μπήκε μέσα η Τζολίνε. Η γραφίδα της έκανε έναν απαίσιο θόρυβο, κάτι σαν σκριτς-σκριτς. Ανέκαθεν ήταν φειδωλή με το μελάνι.
Χωρίς να πει λέξη, η Τζολίνε την προσπέρασε και βγήκε στο μπαλκόνι, ένα μακρόστενο κλουβί από σίδερο βαμμένο άσπρο. Η διακόσμηση με τα ελικοειδή μοτίβα ήταν τόσο πλούσια, ώστε οι άντρες που δούλευαν στον κήπο, τρεις ορόφους πιο κάτω, δύσκολα θα διέκριναν ότι κάποιος στεκόταν στο παραπέτο. Τα λουλούδια σε αυτήν την περιοχή συνήθως ευδοκιμούσαν με τη ζέστη, με τα άγρια χρώματά τους να ξεπερνούν σε λαμπρότητα το εσωτερικό του παλατιού, ωστόσο τίποτε δεν άνθιζε εκεί κάτω. Οι κηπουροί βάδιζαν στα χαλικόστρωτα μονοπάτια κουβαλώντας κουβάδες με νερό· εντούτοις, και το τελευταίο φυλλαράκι είχε κιτρινωπό ή καφετί χρώμα. Δεν θα το παραδεχόταν, ακόμα κι αν τη βασάνιζαν, αλλά η ζέστη τη φόβιζε. Ο κόσμος ένιωθε το άγγιγμα του Σκοτεινού, κι η μόνη ελπίδα ήταν ένα αγόρι σε παροξυσμό.
«Ψωμί και νερό;» είπε άξαφνα η Τέσλυν. «Να στείλουμε αυτό τον νεαρό, τον Κώθον, πίσω στον Πύργο; Αν υπάρχουν αλλαγές σε ό,τι σχεδιάζουμε, θα σε παρακαλούσα να με ενημερώνεις πριν από τις άλλες».
Η Τζολίνε αισθάνθηκε τα μάγουλά της να ανάβουν. «Κάποιος έπρεπε να φέρει στα συγκαλά της τη Μέριλιλ. Παρέδιδε μαθήματα όταν εγώ ήμουν ακόμα μαθητευόμενη». Όπως κι η Τέσλυν. Μια αυστηρότατη δασκάλα που επέβαλλε σιδερένια πειθαρχία. Και μόνο ο τρόπος που μιλούσε ήταν σαν υπόμνηση, σαν προειδοποίηση πως, ανεξαρτήτως του αν ήσουν ίσος με εκείνη ή όχι, δεν έπρεπε να της πηγαίνεις κόντρα. Η Μέριλιλ, ωστόσο, βρισκόταν σε χαμηλότερη βαθμίδα. «Πολλές φορές μάς ανάγκαζε να σταθούμε μπροστά στην τάξη, κι αυτή έσκαβε βαθιά μέχρι να βρει την απάντηση που ήθελε, ώσπου ξεσπούσαμε στο κλάμα από απόγνωση. Προσποιούνταν πως μας συμπονούσε -μπορεί και να ίσχυε- αλλά όσο περισσότερο μας θώπευε, λέγοντάς μας να μην κλαίμε, τόσο χειρότερα ήταν». Ξαφνικά, έπαψε να μιλάει. Δεν σκόπευε να τα πει όλα αυτά. Το φταίξιμο ήταν της Τέσλυν, η οποία πάντα την κοίταζε λες κι ήταν έτοιμη να την επιπλήξει για κάποιον λεκέ στο φόρεμά της. Όμως, θα έπρεπε να δείξει κατανόηση. Η Μέριλιλ τής το είχε μάθει κι αυτό.
«Τα θυμόσουν όλα αυτά τόσον καιρό;» Η ξεκάθαρη δυσπιστία ήταν έκδηλη στη φωνή της Τέσλυν. «Οι αδελφές που μας δίδαξαν έκαναν απλώς το καθήκον τους. Μερικές φορές σκέφτομαι πως όσα έχει πει η Ελάιντα για σένα είναι σωστά». Το ενοχλητικό σκριτς-σκριτς της γραφίδας ξανάρχισε.
«Απλώς... μου έρχονται στο μυαλό όταν η Μέριλιλ αρχίζει να μιλάει λες κι είναι πράγματι πρέσβειρα». Αντί για επαναστάτρια. Η Τζολίνε κοίταξε συνοφρυωμένη τον κήπο. Απεχθανόταν όλες εκείνες τις γυναίκες που είχαν γκρεμίσει τον Λευκό Πύργο και καμάρωναν μπροστά σε όλον τον κόσμο για το κατόρθωμά τους. Απεχθανόταν τόσο αυτές, όσο κι εκείνους που τις βοήθησαν. Ωστόσο, κι η Ελάιντα είχε κάνει τρομερό σφάλμα. Οι αδελφές που είχαν γίνει τώρα επαναστάτριες θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με ελάχιστη προσπάθεια. «Τι είπε για μένα; Τέσλυν;» Ο ήχος της γραφίδας συνεχίστηκε, μοιάζοντας με ήχο νυχιών που γρατζουνίζουν μια πλάκα. Η Τζολίνε μπήκε μέσα στο δωμάτιο. «Τι είπε η Ελάιντα;»