Выбрать главу

Ατένιζε από το παράθυρο τη λαμπρότητα του πρώιμου απογεύματος αλλά, προτού ακόμα προλάβει να διασχίσει το δωμάτιο και να πάει στο καθιστικό, το φως φάνηκε να χάνεται και να παίρνει ένα μουντό, σκοτεινό χρώμα. Δεν την εξέπληξε το σκοτάδι. Στράφηκε προς το μέρος του και γονάτισε. «Μεγάλη Αφέντρα, ζω για να σε υπηρετώ». Μια ψηλή γυναίκα, φτιαγμένη λες από έντονες σκιές κι ασημί φως, στεκόταν μπροστά της. Η Μεσάνα.

«Πες μου τι συνέβη, παιδί μου». Η φωνή ήταν κρυστάλλινη και καμπανιστή.

Γονατιστή ακόμα, η Αλβιάριν επανέλαβε ό,τι της είχε πει η Ελάιντα λέξη προς λέξη, αν κι αναρωτιόταν για ποιο λόγο ήταν τόσο απαραίτητο. Στην αρχή της εξιστόρησης άφησε απέξω κάποιες δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά η Μεσάνα το καταλάβαινε, απαιτούσε να μάθει την κάθε λεπτομέρεια, την κάθε κίνηση κι έκφραση της Ελάιντα. Ήταν προφανές πως κρυφάκουγε σ' αυτές τις συναντήσεις. Η Αλβιάριν προσπάθησε να κατανοήσει τη λογική της, αλλά απέτυχε. Μερικά πράγματα, ωστόσο, όντως δούλευαν με βάση τη λογική.

Είχε συναντήσει κι άλλους Εκλεκτούς, τους οποίους οι ανόητοι αποκαλούσαν Αποδιωγμένους. Η Λανφίαρ κι η Γκρένταλ είχαν προσεγγίσει τον Πύργο, με την αυταρχικότητα που τους έδινε η δύναμη κι η γνώση τους, αφήνοντας να εννοηθεί χωρίς λόγια πως η Αλβιάριν ήταν κατά πολύ υποδεέστερή τους, μια απλή δούλα ικανή μονάχα για λάντζα και για διάφορα θελήματα, ικανοποιημένη στο έπακρο όταν δεχόταν ένα ευγενικό σχόλιο. Ο Μπε'λάλ είχε αρπάξει την Αλβιάριν κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενόσω κοιμόταν, αλλά ούτε και τώρα ακόμα δεν ήξερε πού την πήγε. Ξύπνησε στο κρεβάτι της, κι αυτό ήταν τρομακτικότερο κι από την παρουσία ενός άντρα με την ικανότητα της διαβίβασης. Στα μάτια του, η κοπέλα δεν ήταν ούτε καν σκουλήκι, ούτε καν κάτι ζωντανό, παρά μόνο το πιόνι ενός παιχνιδιού που έπρεπε να υπακούει σε ό,τι την πρόσταζε. Πρώτος απ' όλους ήταν ο Ισαμαήλ, αρκετά χρόνια πριν από τους υπόλοιπους, ο οποίος την είχε τραβήξει από την αφανή μάζα του Μαύρου Άτζα και την είχε τοποθετήσει στην κορυφή.

Τους είχε προσκυνήσει όλους, διαβεβαιώνοντάς τους, κι εννοώντας το, πως ζούσε για να τους υπηρετεί, υπακούοντας σε κάθε εντολή και προσταγή, όποιες κι αν ήταν αυτές. Σε τελική ανάλυση, αυτοί απείχαν ένα μόλις σκαλοπάτι από τον ίδιο τον Μεγάλο Άρχοντα του Σκότους κι, αν επιθυμούσε να έχει κάποιες απολαβές, όπως την αθανασία που -καθώς φαινόταν — κατείχαν οι ίδιοι, καλό θα ήταν να υπακούσει στις προσταγές τους. Τους είχε προσκυνήσει όλους και μονάχα η Μεσάνα εμφανιζόταν με μη ανθρώπινο πρόσωπο. Αυτό το πέπλο σκιάς και φωτός θα πρέπει να είχε υφανθεί με τη χρήση της Μίας Δύναμης, αλλά η Αλβιάριν δεν μπορούσε να δει τη διαδικασία της ύφανσης. Είχε αισθανθεί τη δύναμη της Λανφίαρ και της Γκρένταλ, ήξερε από την πρώτη στιγμή πόσο πιο ισχυρές από την ίδια ήταν στη Δύναμη, αλλά στην περίπτωση της Μεσάνα δεν διαισθανόταν... τίποτα. Λες κι η γυναίκα δεν διέθετε καν την ικανότητα της διαβίβασης.

Η λογική ήταν ξεκάθαρη και σοκαριστική. Η Μεσάνα κρυβόταν για να μην την αναγνωρίσει κανείς. Θα έπρεπε να κατοικοεδρεύει στον ίδιο τον Πύργο, πράγμα μάλλον αδύνατον, όμως άλλη εξήγηση δεν υπήρχε. Με αυτό το δεδομένο, πρέπει να ήταν μια από τις αδελφές. Το σίγουρο ήταν πως δεν συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις υπηρέτριες, αναγκασμένη να μοχθεί και να ιδρώνει. Ποια ήταν όμως; Κάμποσες γυναίκες έμεναν εκτός Πύργου επί αρκετά χρόνια προτού τις κλητεύσει η Ελάιντα, κι αρκετές, επίσης, δεν είχαν στενές φιλίες ή και καθόλου. Η Μεσάνα πρέπει να ήταν μια από αυτές. Η Αλβιάριν πολύ θα ήθελε να μάθει ποια. Η γνώση είναι δύναμη, ακόμα κι αν δεν υπάρχει η δυνατότητα να την χρησιμοποιήσεις κάπου.

«Ώστε η Ελάιντά μας είχε μια εμπειρία Πρόβλεψης», είπε μελωδικά η Μεσάνα, κι η Αλβιάριν συνειδητοποίησε έκπληκτη πως είχε φθάσει στο τέλος της απαγγελίας της. Τα γόνατά της πονούσαν, αλλά ούτε που της πέρασε από το μυαλό να σηκωθεί χωρίς να πάρει άδεια. Ένα σκιερό δάχτυλο χτύπησε απαλά και σκεφτικά τα ασημένια χείλη. Άραγε, ποια αδελφή έκανε τη συγκεκριμένη κίνηση; «Παράξενο να είναι συνάμα τόσο αποκαλυπτική και τόσο εκκεντρική. Ανέκαθεν ήταν σπάνιο αυτό το Ταλέντο, κι οι περισσότεροι που το διαθέτουν μιλούν με τρόπο τον οποίο μονάχα οι ποιητές κατανοούν. Συνήθως, δηλαδή, μια και μερικές φορές είναι ήδη πολύ αργά για να παίζει ρόλο. Και τότε, τα πάντα ξεκαθαρίζουν». Η Αλβιάριν παρέμενε σιωπηλή. Καμιά από τις Εκλεκτές δεν έπιανε την κουβέντα. Συνήθως, πρόσταζαν ή απαιτούσαν. «Ενδιαφέρουσες προβλέψεις. Οι επαναστάτες συντρίβονται -σαν σάπιο πεπόνι- έτσι δεν είπε;»