Выбрать главу

«Μην ξεχάσεις να πας με το μέρος των επαναστατών».

«Μα το Φως, Τέσλυν, το πιθανότερο είναι ότι τους έχουν καθαρίσει, όπως και τα κορίτσια που πήραν από τον Πύργο οι επαναστάτες. Μα την αλήθεια, τι σημασία έχει αν θα ξεκοπρίσούν τους στάβλους αύριο ή τον επόμενο χρόνο;»

Αυτό σίγουρα ήταν το μέγιστο που θα είχαν να αντιμετωπίσουν οι μαθητευόμενες κι οι Αποδεχθείσες με τους στασιαστές. «Ακόμα και τα Άτζα μπορούν να περιμένουν μέχρι να τους έχουν στο χέρι. Νομίζω πως είναι αρκετά ασφαλές. Σε τελική ανάλυση, είναι Αποδεχθείσες και δεν νομίζω πως θα έχουν πρόβλημα να μείνουν σε μέρος που θα μπορούμε να έρθουμε σε επαφή μαζί τους όποτε το επιθυμήσουμε. Γνώμη μου είναι να μην πάμε κόντρα στην Ελάιντα, να μην κάνουμε καμιά κίνηση και να κρατήσουμε το στόμα μας κλειστό, μέχρι τουλάχιστον να ζητήσει η ίδια να μάθει τι κάνουμε». Φυσικά, ούτε που ανέφερε ότι ήταν προετοιμασμένη να περιμένει μέχρις ότου εκθρονιζόταν η Ελάιντα, όπως είχε γίνει και με τη Σιουάν. Η Αίθουσα, βέβαια, δεν ήταν διατεθειμένη να ασχολείται συνεχώς με αυτές τις φοβέρες και τις προχειρότητες, αλλά η Τέσλυν, στο κάτω-κάτω, ήταν όντως μια Κόκκινη και δεν θα της άρεσε καθόλου να ακούσει κάτι τέτοιο.

«Υποθέτω πως δεν υπάρχει βιασύνη», είπε αργά η Τέσλυν, υπονοώντας φυσικά κι ένα «αλλά».

Τραβώντας προς το μέρος της ένα κάθισμα με ροδάκια, με τη χρήση μιας ροής Αέρα, η Τζολίνε βάλθηκε να πείσει τη σύντροφό της πως η σιωπή ήταν η καλύτερη τακτική. Ώστε ήταν ακόμα παιδάκι, ε; Αν το κόλπο της έπιανε, η Ελάιντα θα ικέτευε ακόμα και για μια λέξη από το Έμπου Νταρ.

Η γυναίκα ανυψώθηκε όσο της επέτρεπαν τα δεσμά της πάνω στο τραπέζι, με τα μάτια γουρλωμένα και τον λαιμό δεμένο κόμπο από ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό που δεν έλεγε να σταματήσει. Ξαφνικά, το ουρλιαχτό μεταβλήθηκε σε έναν πνιχτό, δυνατό κι οξύ ήχο και το κορμί της γυναίκας άρχισε να συσπάται από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Κατόπιν, κατέρρευσε μέσα στη σιωπή. Μάτια διάπλατα ανοιχτά κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν το αραχνιασμένο ταβάνι του υπογείου.

Οι βωμολοχίες που ξεστόμιζε η Φάλιον ξεπερνούσαν κάθε φαντασία, αλλά πάντα έκανε και τους τοίχους να κοκκινίζουν, λες κι ήταν σταβλίτης. Για πολλοστή φορά, ευχήθηκε να είχε εδώ την Τεμάιλε παρά την Ισπάν. Στην Τεμάιλε απαντούσες πρόθυμα σε κάθε ερώτηση και κανείς δεν πέθαινε, αν δεν έκρινε η ίδια ότι ήταν έτοιμη. Βέβαια, η Τεμάιλε απολάμβανε σε υπερβολικό βαθμό τη δουλειά της, αλλά αυτό ήταν ένα άλλο θέμα.

Διαβιβάζοντας ακόμα μια φορά, η Φάλιον μάζεψε από το βρωμερό πάτωμα τα ρούχα της γυναίκας και τα απίθωσε πάνω στο κορμί της. Η κόκκινη δερμάτινη ζώνη έπεσε, αλλά την άρπαξε με το χέρι της και την πέταξε πάλι πάνω στον σωρό. Ίσως να έπρεπε να χρησιμοποιήσει άλλες μεθόδους, αλλά τα λουριά, οι λαβίδες και το καυτό σίδερο ήταν τόσο... μπελαλίδικα. «Παρατήστε το σώμα σε καμιά αλέα και κόφτε τον λαιμό, έτσι ώστε να μοιάζει ότι τη λήστεψαν. Κρατήστε τα χρήματα που έχει στο πουγκί της».

Οι δύο άντρες που κάθονταν ανακούρκουδα, ακουμπώντας στον πέτρινο τοίχο, αντάλλαξαν ματιές. Ο Άρνιν κι ο Ναντ εμφανισιακά έμοιαζαν σαν αδέλφια· αμφότεροι είχαν μαύρα μαλλιά, μάτια όμοια με χάντρες, κι ουλές. Είχαν περισσότερους μυώνες απ' όσους χρειάζονταν, αλλά το μυαλό τους αρκούσε μόνο για να εκτελούν απλές προσταγές. Συνήθως, δηλαδή. «Με το συμπάθιο, Αφέντρα», είπε ο Άρνιν διστακτικά, «αλλά κανείς δεν θα πιστέψει...»

«Θα κάνετε αυτό που σας λέω!» τον διέκοψε απότομα η γυναίκα και, με μια απότομη ροή διαβίβασης, τον σήκωσε στα πόδια του και τον πέταξε πάνω στις πέτρες. Το κεφάλι του αναπήδησε επάνω τους, αλλά μάλλον δεν έπαθε μεγάλη ζημιά.

Ο Ναντ έτρεξε μέχρι το τραπέζι, ψελλίζοντας: «Μάλιστα, Αφέντρα, όπως προστάζεις, Αφέντρα». Όταν ελευθέρωσε τον Άρνιν, αυτός, αντί να αρχίσει να ψελλίζει όπως ο σύντροφός του, τρίκλισε μέχρι το τραπέζι και, δίχως την παραμικρή διαμαρτυρία, βοήθησε να μαζέψουν το πτώμα, όπως και τόσο άλλα σκουπίδια, και να το κουβαλήσουν έξω. Τόσο πολλά σκουπίδια. Η γυναίκα μετάνιωσε για το ξέσπασμά της. Το να παρασύρεσαι από την οργή ήταν κάτι το παράλογο, αν κι αποτελεσματικό ενίοτε. Αυτή η διαπίστωση την εξέπληττε ακόμα κι ύστερα από τόσα χρόνια.

«Αυτό δεν θα αρέσει καθόλου στη Μογκέντιεν», είπε η Ισπάν μόλις έφυγαν οι άντρες. Οι γαλάζιες και πράσινες χάντρες που στόλιζαν τις λεπτές μαύρες πλεξούδες της κροτάλισαν καθώς η γυναίκα κούνησε το κεφάλι της. Όλη αυτήν την ώρα ήταν κρυμμένη στις σκιές, σε μια γωνιά, με ένα ξόρκι φύλαξης υφασμένο γύρω της, ώστε να μην ακούει τι λέγεται.