Η Φάλιον συγκρατήθηκε να μην την αγριοκοιτάξει. Η Ισπάν ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που θα διάλεγε. Κάποτε, ήταν μέλος του Γαλάζιου Άτζα, ίσως ακόμα να ανήκε σε αυτό. Η Φάλιον δεν θεωρούσε τον εαυτό της λιγότερο Λευκή επειδή είχε πάει με το μέρος του Μαύρου Άτζα. Οι αδελφές του Μπλε Άτζα ήταν ιδιαίτερα ένθερμες και συνήθιζαν να μπερδεύουν το συναίσθημα με οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί ως αμεροληψία ή και πλήρης απάθεια. Σίγουρα θα προτιμούσε τη Ριάνα, μια άλλη Λευκή, μολονότι η γυναίκα αυτή είχε περίεργες και σαθρές απόψεις σχετικά με ζητήματα λογικής. «Η Μογκέντιεν μάς ξέχασε, Ισπάν. Ή μήπως έχει μιλήσει σε εσένα εμπιστευτικά; Όπως και να έχει, είμαι πεπεισμένη πως αυτή η κρύπτη δεν υπάρχει».
«Η Μογκέντιεν ισχυρίζεται ότι υπάρχει», είπε η Ισπάν, αρχικά με σταθερή φωνή που γρήγορα έγινε ενθουσιώδης. «Μια ολόκληρη αποθήκη από ανγκριάλ, σα'ανγκριάλ και τερ'ανγκριάλ, από τα οποία θα έχουμε μερίδιο. Σίγουρα κάμποσα ανγκριάλ, Φάλιον. Ίσως, ακόμα και σα'ανγκριάλ. Το υποσχέθηκε».
«Η Μογκέντιεν λάθεψε». Η Φάλιον παρατήρησε τα γουρλωμένα από το σοκ μάτια της άλλης γυναίκας. Οι Εκλεκτοί ήταν κι αυτοί άνθρωποι. Το μάθημα αυτό είχε αφήσει άναυδη και την ίδια τη Φάλιον, αλλά μερικοί άνθρωποι πάντα αρνούνται τις διδαχές. Οι Εκλεκτοί ήταν απείρως δυνατότεροι, απίστευτα ευφυέστεροι και πιθανότατα είχαν λάβει ως ανταμοιβή την αθανασία. Σύμφωνα, όμως, με όλες τις ενδείξεις, συνωμοτούσαν και σφάζονταν μεταξύ τους σαν Μουραντιανοί που παλεύουν για μια κουβέρτα.
Η έκπληξη που ένιωσε η Ισπάν μεταβλήθηκε γρήγορα σε οργή. «Υπάρχουν κι άλλοι που ψάχνουν. Πώς μπορεί να ψάχνουν όλοι για κάτι ανύπαρκτο; Ακόμα κι οι Σκοτεινόφιλοι ψάχνουν. Μάλλον θα τους το έχουν αναθέσει κάποιοι άλλοι από τους Εκλεκτούς. Πώς μπορείς να λες ότι δεν υπάρχει τίποτα, από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Εκλεκτοί κάνουν έρευνες;» Αδυνατούσε να καταλάβει. Αν ένα πράγμα δεν βρίσκεται πουθενά, η πιθανότερη αιτία είναι ότι δεν υπάρχει.
Η Φάλιον περίμενε. Η Ισπάν δεν ήταν χαζή, παρά μόνο εμβρόντητη, κι η Φάλιον πίστευε ότι μπορούσε να μάθει τους ανθρώπους να διδάσκουν εαυτούς και να βλέπουν το προφανές. Τα νωθρά μυαλά πάντα χρειάζονται άσκηση.
Η Ισπάν έκανε μερικά βήματα, με τη φούστα της να θροΐζει και κοιτώντας βλοσυρά τη σκόνη και τους αρχαίους ιστούς από τις αράχνες. «Αυτό το μέρος ζέχνει. Είναι απίστευτα βρώμικο!» Ανατρίχιασε, καθώς μια μεγάλη μαύρη κατσαρίδα έτρεχε στον απέναντι τοίχο. Η φεγγοβολιά την κύκλωσε για μια στιγμή κι η ροή της ενέργειας συνέθλιψε το έντομο με έναν ξερό ήχο. Μορφάζοντας, η Ισπάν σκούπισε τα χέρια της πάνω στη φούστα της, λες κι είχε χρησιμοποιήσει αυτά αντί της Δύναμης. Είχε ευαίσθητο στομάχι, αλλά ευτυχώς όχι όταν μπορούσε να απομακρυνθεί από το σημείο που έλαβε χώρα η πράξη. «Δεν θα αναφέρω αυτήν την αποτυχία σε κανέναν Εκλεκτό, Φάλιον. Πολύ φοβάμαι ότι θα ζηλεύαμε την τύχη της Λίαντριν, έτσι δεν είναι;»
Η Φάλιον συγκράτησε την ταραχή της. Παρ' όλ' αυτά, διέσχισε το υπόγειο και σερβιρίστηκε μια κούπα παντς από δαμάσκηνα. Τα δαμάσκηνα δεν ήταν φρέσκα και το παντς πολύ γλυκερό, ωστόσο τα χέρια της παρέμειναν σταθερά. Ήταν απολύτως δικαιολογημένο να φοβάσαι τη Μογκέντιεν, αλλά διόλου λογικό να υποχωρείς μπροστά σε αυτόν τον φόβο. Ίσως η γυναίκα να ήταν πια νεκρή. Διαφορετικά, θα τις είχε ήδη καλέσει ή θα τις είχε μεταφέρει κοιμισμένες στον Τελ'αράν'ριοντ, προκειμένου να της εξηγήσουν γιατί δεν είχαν φέρει ακόμη εις πέρας την αποστολή τους. Πάντως, μέχρι να αντίκριζε το πτώμα της άλλης, η μόνη λογική επιλογή ήταν να συνεχίσει σαν να επρόκειτο να εμφανιστεί η Μογκέντιεν από στιγμή σε στιγμή. «Υπάρχει τρόπος».
«Ποιος; Να ανακρίνουμε την κάθε Σοφή του Έμπου Νταρ; Πόσες είναι; Εκατό; Διακόσιες; Νομίζω πως οι αδελφές στο Παλάτι Τάρασιν θα το έπαιρναν είδηση».
«Ξέχνα τα όνειρά σου για το σα'ανγκριάλ, Ισπάν. Δεν υπάρχει καμιά παλιά αποθήκη κρυμμένη, κανένα μυστικό υπόγειο κάτω από το παλάτι». Ο τόνος στη φωνή της Φάλιον ήταν ψυχρός και μετρημένος, κι όσο οργιζόταν η Ισπάν, τόσο πιο μετρημένος γινόταν. Ανέκαθεν απολάμβανε να υπνωτίζει τις μαθητευόμενες με τον ήχο της φωνής της. «Σχεδόν όλες οι Σοφές είναι αδέσποτες, κι είναι εξαιρετικά απίθανο να γνωρίζουν αυτό που θέλουμε να μάθουμε. Δεν έχει αναφερθεί ποτέ κάποια αδέσποτη που να έχει στην κατοχή της ένα ανγκριάλ, πόσω μάλλον ένα σα'ανγκριάλ. Αν υπήρχαν, σίγουρα θα είχαν βρεθεί. Αντιθέτως, σύμφωνα με όλα τα αρχεία, μια αδέσποτη που ανακαλύπτει ένα αντικείμενο δεσμευμένο με τη Δύναμη, φροντίζει να το ξεφορτωθεί το συντομότερο δυνατόν, από φόβο μήπως και προσελκύσει την οργή του Λευκού Πύργου. Από την άλλη, γυναίκες που εξορίστηκαν από τον Πύργο δεν φαίνεται να έχουν τον ίδιο φόβο. Όπως ξέρεις πολύ καλά, όταν τους έκαναν έρευνα προτού φύγουν, η μία στις τρεις όλο και κάτι είχε κρύψει σχετικά με το άτομο της, ακόμα και κάποιο αντικείμενο της Δύναμης ή που πίστευε ότι είχε σχέση με τη Δύναμη. Από τις ελάχιστες Σοφές που έχουν τα προσόντα σήμερα, η Κάλι ήταν η καταλληλότερη επιλογή. Όταν την έδιωξαν, τέσσερα χρόνια πριν, προσπάθησε να κλέψει ένα τερ'ανγκριάλ. Ένα άχρηστο πράγμα που δημιουργεί εικόνες από λουλούδια κι ήχους από καταρράκτη, αλλά που εξακολουθεί να είναι δεμένο με το σαϊντάρ. Προσπάθησε μάλιστα να ανακαλύψει τα μυστικά των άλλων μαθητευομένων, και τις περισσότερες φορές το πέτυχε. Αν υπήρχε ένα και μοναδικό ανγκριάλ -ούτε καν ολόκληρη αποθήκη- στο Έμπου Νταρ, πιστεύεις πως θα βρισκόταν εδώ τέσσερα ολόκληρα χρόνια χωρίς να το έχει εντοπίσει;»