Выбрать главу

«Φέρω το επώμιο, Φάλιον», είπε η Ισπάν με εκπληκτική δριμύτητα. «Κι όντως τα γνωρίζω όλα αυτά, τόσο καλά όσο κι εσύ. Είπες πως υπάρχει κι άλλος τρόπος. Ποιος;» Δυσκολευόταν να βάλει το μυαλό της να δουλέψει.

«Τι θα ευχαριστούσε τη Μογκέντιεν περισσότερο από την κρυψώνα;» Η Ισπάν απλώς την κοιτούσε, χτυπώντας νευρικά το πόδι της στο πάτωμα. «Η Νυνάβε αλ'Μεάρα, Ισπάν. Η Μογκέντιεν μάς εγκατέλειψε και βάλθηκε να την κυνηγάει, αλλά, όπως φαίνεται, εκείνη κατάφερε να το σκάσει. Αν παραδώσουμε τη Νυνάβε -και το κορίτσι των Τράκαντ- στη Μογκέντιεν, θα μας συγχωρούσε ακόμα κι εκατό σα'ανγκριάλ». Πράγμα που, φυσικά, απεδείκνυε πως οι Εκλεκτοί μπορεί να είχαν δόσεις παραλογισμού. Βεβαίως, το καλύτερο ήταν να προσέχεις ιδιαίτερα όσους ήταν παράλογοι αλλά ταυτόχρονα κι ισχυρότεροι από σένα. Η Ισπάν δεν ανήκε στους ισχυρότερους.

«Έπρεπε να την είχαμε ξεπαστρέψει όπως ήθελα, όταν πρωτοεμφανίστηκε», είπε σαν να έφτυνε. Κουνώντας μανιασμένα τα χέρια της, άρχισε να περπατάει πάνω κάτω, ενώ οι ακαθαρσίες άφηναν κριτσανιστούς ήχους κάτω από τα πασούμια της. «Ναι, ξέρω. Οι αδελφές μας στο παλάτι θα το υποπτεύονταν αμέσως. Δεν θα ήταν καλό να τραβήξουμε την προσοχή τους. Όμως, ξέχασες το Τάντσικο; Το Δάκρυ; Όπου παρουσιάζονται αυτές οι δύο, σπέρνουν τη συμφορά. Προσωπικά, πιστεύω πως, αν δεν μπορούμε να τις εξοντώσουμε, καλύτερα να μείνουμε μακριά από τη Νυνάβε αλ'Μεάρα και την Ηλαίην Τράκαντ. Όσο πιο μακριά γίνεται!»

«Ηρέμησε, Ισπάν. Ηρέμησε». Παραδόξως, ο ήρεμος τόνος στη φωνή της Φάλιον εξερέθισε ακόμα περισσότερο την άλλη γυναίκα. Η Φάλιον, όμως, είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Η λογική θα επικρατούσε του συναισθήματος.

Καθισμένος πάνω σε ένα αναποδογυρισμένο βαρέλι, στην ελάχιστη δροσιά μιας στενής σκιερής αλέας, κοίταζε εξεταστικά το σπίτι πέρα από τον πολυσύχναστο δρόμο. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως άγγιζε ξανά το κεφάλι του. Δεν είχε πονοκέφαλο, αλλά πού και πού ένιωθε... κάπως περίεργα. Τις περισσότερες φορές συνέβαινε όταν σκεφτόταν κάτι το οποίο δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Το σπίτι δεν ήταν παρά τρεις όροφοι λευκού σοβά κι ανήκε σε μια χρυσοχόο, που υποτίθεται ότι την επισκέπτονταν δύο φίλες που είχε γνωρίσει σε ένα ταξίδι στον Βορρά πριν από μερικά χρόνια. Οι φίλες είχαν φανεί φευγαλέα κατά την άφιξή τους αλλά μόνο τότε. Αυτό ήταν εύκολο να το ανακαλύψει, αλλά το ότι επρόκειτο για Άες Σεντάι ήταν κάπως πιο δύσκολο.

Ένας λεπτός νεαρός με σκισμένο γιλέκο περπατούσε σφυρίζοντας, έχοντας μάλλον κακό σκοπό στο μυαλό του, και σταμάτησε απότομα όταν τον πήρε το μάτι του να κάθεται πάνω στο βαρέλι. Το πανωφόρι του, το γεγονός ότι ήταν κρυμμένος στις σκιές -αλλά κι οτιδήποτε άλλο επάνω του, παραδέχτηκε μελαγχολικά- μάλλον έδειχναν δελεαστικά. Ψηλάφισε μέσα στο πανωφόρι του. Τα χέρια του δεν είχαν πια τη δύναμη και την ευλυγισία να χειριστούν το σπαθί, αλλά τα δύο μακρόστενα στιλέτα που κουβαλούσε επάνω του για περισσότερα από τριάντα χρόνια είχαν ξαφνιάσει κάμποσους ξιφομάχους. Ίσως κάτι να φάνηκε στη ματιά του, γιατί ο λεπτός νεαρός μάλλον το σκέφτηκε καλύτερα κι απομακρύνθηκε σφυρίζοντας.

Δίπλα στο σπίτι, η πύλη που οδηγούσε πίσω, στον στάβλο της χρυσοχόου, άνοιξε βίαια κι εμφανίστηκαν δύο ογκώδεις άντρες που έσπρωχναν μια χειράμαξα γεμάτη στοίβες από λερωμένα άχυρα και κοπριά. Τι μαγείρευαν, άραγε; Ο Άρνιν κι ο Ναντ σίγουρα δεν ανήκαν στα παιδιά που ξεκόπριζαν τους στάβλους.

Αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι το βράδυ κι έπειτα να ψάξει ξανά για τα ίχνη της μικροκαμωμένης και χαριτωμένης δολοφόνου που δούλευε για τον Καρίντιν.