Τράβηξε για άλλη μια φορά τα χέρια του από το κεφάλι του. Αργά ή γρήγορα, η μνήμη θα επανερχόταν. Δεν του έμενε πολύς καιρός στη διάθεσή του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα άλλο. Αυτό, τουλάχιστον, το θυμόταν.
18
Όπως το Αλέτρι Οργώνει τη Γη
Αδράχνοντας το σαϊντίν για αρκετή ώρα, έτσι ώστε να λύσει το ξόρκι φύλαξης που είχε υφάνει σε μια γωνιά του προθάλαμου, ο Ραντ ανασήκωσε τη μικρή κούπα με το ασημένιο πλαίσιο κι είπε: «Κι άλλο τσάι». Ο Λουζ Θέριν μουρμούρισε κάτι οργισμένος στο πίσω μέρος του μυαλού του.
Βαρύτιμα επίχρυσα σκαλιστά καθίσματα ήταν διατεταγμένα ανά ζεύγη σε κάθε πλευρά ενός χρυσού Ανατέλλοντος Ήλιου, πλάτους δύο δρασκελιών; τοποθετημένου στο γυαλιστερό πέτρινο πάτωμα· ένα άλλο κάθισμα με ψηλή ράχη, επιχρυσωμένο τόσο άρτια ώστε έμοιαζε να έχει φτιαχτεί εξ ολοκλήρου από το πολύτιμο μέταλλο, έστεκε στην κορυφή μιας περίτεχνης μικρής εξέδρας. Ο Ραντ, ωστόσο, καθόταν ανακούρκουδα πάνω σε ένα χαλί στρωμένο ειδικά για την περίσταση, το οποίο απεικόνιζε έναν χαρακτηριστικό Δακρυνό λαβύρινθο σε πράσινες, χρυσές και μπλε αποχρώσεις. Οι τρεις αρχηγοί φυλής απέναντί του δεν θα τον έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι, σε περίπτωση που τους δεχόταν καθισμένος σε καρέκλα, ακόμα κι αν πρόσφερε και στους ίδιους. Εκείνοι κάθονταν πάνω σε έναν άλλον λαβύρινθο, στον οποίο έπρεπε να πατούν προσεκτικά. Ο Ραντ φορούσε την πουκαμίσα του κι είχε τα μανίκια ανασηκωμένα μέχρι τους αγκώνες, ώστε να είναι ευδιάκριτος ο χρυσοκόκκινος Δράκοντας που περιτυλιγόταν γύρω από κάθε πήχυ, λάμποντας με χρώμα μεταλλικό. Το καντιν'σόρ των Αελιτών κάλυπτε τα δικά τους μπράτσα, αλλά μόνο τα αριστερά. Ίσως δεν ήταν απαραίτητη η υπενθύμιση του ποιος ήταν - το γεγονός ότι είχε βρεθεί κι ο ίδιος στο Ρουίντιαν, όταν αυτό το ταξίδι σήμαινε θάνατο για τους περισσότερους απ' όσους συμμετείχαν, ίσως δεν έχρηζε αναφοράς. Ίσως.
Κανείς από τρεις δεν φανέρωσε κάποιο συναίσθημα μόλις παρατήρησαν τη Μεράνα να βγαίνει από τη γωνιά όπου ήταν περιορισμένη. Το ρυτιδωσμένο πρόσωπο του Τζάνγουιν έμοιαζε σαν να είχε χαραχθεί σε παλιό ξύλο, όπως πάντα· τα γκριζογάλανα μάτια του ανέκαθεν έδειχναν ταραγμένα· ακόμα και τα μαλλιά του έμοιαζαν με σύννεφα καταιγίδας, εντούτοις επρόκειτο για σχετικά ήρεμο άνθρωπο. Ο Ιντίριαν κι ο μονόφθαλμος Μαντελαίν είχαν αλλού το μυαλό τους, παρ’ όλο που το σταθερό τους βλέμμα ακολουθούσε την κοπέλα. Ο Λουζ Θέριν έμεινε ξαφνικά σιωπηλός, λες και παρακολουθούσε τα δρώμενα μέσα από τα μάτια του Ραντ.
Τα αγέραστα χαρακτηριστικά της Μεράνα άφηναν να φανούν ακόμα λιγότερα απ' ό,τι αυτά των αρχηγών φυλής. Ισιώνοντας την ωχρή γκρίζα φούστα της, γονάτισε πλάι στον Ραντ κι ανασήκωσε την τσαγιέρα. Ήταν μια ασημένια ογκώδης σφαίρα με χρυσή επικάλυψη, είχε δύο σκαλιστές λεοπαρδάλεις ως βάση και λαβή κι άλλη μία συσπειρωμένη στο καπάκι. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει και τα δυο της χέρια για να τη σηκώσει, και τρίκλισε λιγάκι καθώς γέμιζε με προσοχή την κούπα του Ραντ. Ο τρόπος της μαρτυρούσε πως το έκανε αυτό εκούσια, για λόγους δικούς της, που κανείς δεν μπορούσε να κατανοήσει. Γενικά, οι τρόποι της υπεδείκνυαν πολύ περισσότερο από το πρόσωπό της πως επρόκειτο για μια Άες Σεντάι. Άραγε, αυτό ήταν καλό ή κακό;
«Δεν τους επιτρέπω να διαβιβάζουν χωρίς άδεια», είπε ο Ραντ, κι οι αρχηγοί φυλής παρέμειναν σιωπηλοί. Η Μεράνα σηκώθηκε και γονάτισε δίπλα στον καθένα με τη σειρά. Ο Μαντελαίν κάλυψε την κούπα του με το χέρι, για να δείξει ότι δεν ήθελε άλλο τσάι. Οι άλλοι δύο έτειναν τα δικά τους, με τα γκριζογάλανα και πρασινωπά μάτια τους να την κοιτάζουν εξεταστικά. Τι έβλεπαν; Τι παραπάνω μπορούσε να κάνει ο Ραντ;
Επανατοποθετώντας τη βαριά τσαγιέρα στον δίσκο με τις λαβές σε σχήμα λεοπάρδαλης, η κοπέλα παρέμεινε γονατιστή. «Τι άλλο μπορώ να προσφέρω στον Άρχοντα Δράκοντα;»
Η φωνή της ακουγόταν απολύτως ατάραχη, αλλά ο Ραντ τής έκανε νόημα να γυρίσει στη γωνιά της. Είχε σηκωθεί κι ήταν έτοιμη να φύγει, όταν κάποια αδύνατα χέρια την έπιασαν για μια στιγμή από τη φούστα. Ίσως επειδή, με το που γύρισε, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ντασίβα και τον Ναρίσμα. Οι δύο Άσα'μαν -για την ακρίβεια, ο Ναρίσμα ήταν ακόμα στρατιώτης, ο κατώτερος βαθμός των Άσα'μαν, και δεν είχε στο πέτο του ούτε το ξίφος ούτε τον Δράκοντα- κάθονταν ασυγκίνητοι ανάμεσα σε δύο από τους ψηλούς καθρέφτες με τα χρυσά πλαίσια που ήταν παρατεταγμένοι στους τοίχους. Ή, τουλάχιστον, ο νεαρότερος άντρας έμοιαζε ασυγκίνητος με την πρώτη ματιά. Με τους αντίχειρες γαντζωμένους πίσω από τη ζώνη του ξίφους του, αγνόησε τη Μεράνα, δίνοντας λίγη περισσότερη σημασία στον Ραντ και στους Αελίτες. Ωστόσο, με μια δεύτερη ματιά, έβλεπες πως τα σκοτεινά μεγάλα μάτια του ήταν αεικίνητα, λες και περίμενε ανά πάσα στιγμή να συμβεί το απρόσμενο, κάτι που δεν ήταν απίθανο να γίνει. Ο Ντασίβα φαινόταν να βρίσκεται αλλού. Τα χείλη του κινούνταν χωρίς να βγαίνει ήχος κι έμοιαζε να κοιτάζει στο κενό.