Выбрать главу

«Καλύτερα να μιλήσουμε γι' αυτά τα σκυλιά, τους Σάιντο», είπε ο Τζάνγουιν με ήπιο τόνο, πράγμα εξίσου εντυπωσιακό, κρίνοντας από την αγριωπή του μορφή. «Μέσα σε λίγους μήνες, το πολύ σε μισό χρόνο, κάθε Σάιντο θα είναι νεκρός - ή θα έχει γίνει γκαϊ'σάιν». Η ηπιότητα της φωνής του δεν σήμαινε ότι είχε και την ανάλογη διάθεση. Οι άλλοι δύο ένευσαν καταφατικά κι ο Μαντελαίν χαμογέλασε με ενθουσιασμό.

Δεν έμοιαζαν να έχουν πειστεί ακόμα. Οι Σάιντο ήταν η δικαιολογία για αυτήν τη συνάντηση, και το ζήτημά τους ήταν αρκετά σημαντικό, αν κι όχι το σημαντικότερο. Οι Σάιντο είχαν προξενήσει κάμποσες φασαρίες, απλώς δεν ήταν του ίδιου βεληνεκούς με τις Άες Σεντάι. Ωστόσο, αποτελούσαν σοβαρό πρόβλημα. Τρεις φυλές, ενωμένες με τον Τίμολαν του Μιαγκόμα, που βρισκόταν ήδη κοντά στο Μαχαίρι του Σψαγέα, μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν όσα ανέφερε ο Τζάνγουιν, αλλά υπήρχαν κι άλλοι που δεν μπορούσαν ούτε να γίνουν γκαϊ'σάιν ούτε να σκοτωθούν. Κάποιοι ήταν πολύ πιο επικίνδυνοι από άλλους. «Τι θα γίνει με τις Σοφές;» ρώτησε.

Για μια στιγμή, η έκφρασή τους δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφηθεί. Ούτε οι ίδιες οι Άες Σεντάι δεν μπορούσαν να το κάνουν τόσο καλά αυτό όσο οι Αελίτες. Δεν τους φόβιζε να έρθουν αντιμέτωποι με τη Μία Δύναμη, ούτε καν όταν αυτή εκδηλωνόταν. Κανείς δεν είχε τη δυνατότητα να νικήσει τον θάνατο, έτσι πίστευαν οι Αελίτες. Ακόμα κι εκατό οργισμένες Άες Σεντάι δεν θα μπορούσαν να αναγκάσουν έναν και μοναδικό Αελίτη να χαμηλώσει το πέπλο από τη στιγμή που αυτό είχε ανασηκωθεί. Όταν έμαθε, όμως, ότι οι Σοφές είχαν λάβει μέρος στη μάχη στα Πηγάδια του Ντουμάι, εξεπλάγη τόσο πολύ, σαν να έβλεπε τον ήλιο να ανατέλλει τη νύχτα και το φεγγάρι τη μέρα, με φόντο έναν αιματοβαμμένο ουρανό.

«Η Σαρίντε λέει ότι σχεδόν όλες οι Σοφές θα πάνε με τους αλγκάι'ντ'σισβάι», είπε τελικά ο Ιντίριαν, κάπως διστακτικά. Η Σαρίντε ήταν η Σοφή που τον είχε ακολουθήσει από τις Κόκκινες Πηγές, ηγέτιδα της φατρίας των Κοντάρα, αν κι η φράση «είχε ακολουθήσει» δεν ήταν η κατάλληλη. Οι Σοφές σπανίως ακολουθούν κάποιον. Εν πάση περιπτώσει, οι περισσότερες Σοφές του Κοντάρα, όπως και του Σιάντε και του Νταράυν, μάλλον είχαν πάει βόρεια, μαζί με τις λόγχες. «Οι Σοφές Σάιντο θα... έχουν να κάνουν... με Σοφές». Το στόμα του σούφρωσε από αηδία.

«Όλα αλλάζουν». Η φωνή του Τζάνγουιν ήταν πιο μαλακή απ' ό,τι συνήθως. Πίστευε, αν και, κατά βάθος, δεν ήθελε. Οι Σοφές που έπαιρναν μέρος σε μάχη καταπατούσαν ένα έθιμο τόσο παλιό όσο οι Αελίτες.

Ο Μαντελαίν ακούμπησε κάτω την κούπα του με υπερβολική προσοχή. «Ο Κορέχουιν επιθυμεί να δει την Τζάιρ ξανά, πριν τελειώσει το όνειρο. Το ίδιο επιθυμώ κι εγώ». Όπως ο Μπάελ κι ο Ρούαρκ, είχε κι αυτός δύο συζύγους. Οι υπόλοιποι αρχηγοί είχαν από μία έκαστος, εκτός του Τίμολαν, αλλά ένας αρχηγός που είχε μείνει χήρος σπάνια παρέμενε τόσον καιρό. Κι αν δεν το καταλάβαινε ο ίδιος, το αναλάμβαναν οι Σοφές. «Άραγε, θα ξαναδούμε τον ήλιο να ανατέλλει στην Τρίπτυχη Γη;»

«Το ελπίζω», είπε αργά ο Ραντ. Όπως το αλέτρι οργώνει τη γη, έτσι κι αυτός οργώνει τις ζωές των ανθρώπων, κι όλα όσα υπήρξαν θα αφανιστούν στις φλόγες των ματιών τον. Οι παιάνες του πολέμου θα ηχήσουν στα βήματά τον, τα κοράκια θα τραφούν από τη φωνή τον κι αυτός θα φορέσει μια κορώνα από ξίφη» Οι Προφητείες του Δράκοντα δεν άφηναν πολλά περιθώρια ελπίδας, πέρα από την τελική νίκη εναντίον του Σκοτεινού, κι αυτή ήταν δραματικά αμφίβολη. Η Προφητεία του Ρουίντιαν, η Αελίτικη Προφητεία, έλεγε πως θα τους καταστρέψει. Η θλίψη καταπλάκωνε τις φυλές εξαιτίας του και τα αρχαία έθιμα χάνονταν. Ακόμα και χωρίς την παρουσία των Άες Σεντάι, δεν ήταν να απορεί κανείς που μερικοί αρχηγοί αναρωτιούνταν αν έκαναν καλά που ακολουθούσαν τον Ραντ αλ'Θόρ, ασχέτως του αν έφερε στους πήχεις του τους Δράκοντες ή όχι. «Ελπίζω».

«Είθε να βρίσκεις πάντα νερό και σκιά, Ραντ αλ'Θόρ», είπε ο Ιντίριαν.

Αφού έφυγαν, ο Ραντ απέμεινε να κοιτάει βλοσυρός την κούπα του, χωρίς να βρίσκει καμιά απάντηση στο μαύρο τσάι. Τελικά, την άφησε πλάι στον δίσκο και κατέβασε τα μανίκια του. Η ματιά της Μεράνα ήταν έντονα καρφωμένη στο πρόσωπό του, λες και προσπαθούσε να ανασκαλέψει τις σκέψεις του. Υπήρχε μια υπόνοια ανυπομονησίας επάνω της. Ο Ραντ τής είχε πει να παραμείνει στη γωνία μέχρι να μπορέσει να ακούσει φωνές. Αναμφίβολα, δεν έβλεπε για ποιον λόγο δεν φανερωνόταν τώρα, που οι αρχηγοί είχαν φύγει. Να φανερωνόταν και να προσπαθούσε να εκμαιεύσει τι είχε λεχθεί.