Выбрать главу

«Νομίζεις πως πιστεύουν ότι δεν είμαι παρά μια μαριονέτα των Άες Σεντάι;» τη ρώτησε.

Ο νεαρός Ναρίσμα ανακάθισε. Στην πραγματικότητα, ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον Ραντ, αλλά φαινόταν πέντε ή έξι χρόνια νεότερος. Έριξε μια ματιά στη Μεράνα, λες κι αυτή είχε την απάντηση, κι ανασήκωσε τους ώμους του κάπως ενοχλημένος. «Δεν... δεν ξέρω, Άρχοντα Δράκοντα».

Ο Ντασίβα βλεφάρισε κι έπαψε να μουρμουράει. Με μια κίνηση που θύμιζε πουλί, έγειρε το κεφάλι του και κοίταξε λοξά τον Ραντ. «Αφού υπακούουν, τι σημασία έχει;»

«Έχει σημασία», απάντησε ο Ραντ. Ο Ντασίβα ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα κι ο Ναρίσμα συνοφρυώθηκε σκεφτικός. Κανείς τους δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει τι γίνεται, αν κι ο Ναρίσμα κάτι είχε αντιληφθεί μάλλον.

Διάφοροι χάρτες ήταν σκόρπιοι στο δάπεδο, πίσω από την εξέδρα του θρόνου, τυλιγμένοι, διπλωμένοι ή απλωμένοι όπως τους είχε αφήσει. Ο Ραντ μετακίνησε μερικούς με την άκρη της μπότας του. Υπήρχαν τόσα τεχνάσματα που έπρεπε να κάνει με μια κίνηση. Η Βόρεια Καιρχίν και τα βουνά που αποκαλούνταν Μαχαίρι του Σφαγέα, καθώς κι η περιοχή γύρω από την πόλη. Από το Ίλιαν και τους Κάμπους του Μαρέντο μέχρι το Φαρ Μάντιγκ. Το νησί της Ταρ Βάλον κι οι πέριξ πόλεις και τα χωριά. Η Γκεάλνταν και τμήμα της Αμαδισία. Κινήσεις και χρώματα ανακατεύονταν μέσα στο κεφάλι του. Ο Λουζ Θέριν μούγκριζε και γελούσε από απόσταση, με θολούς τρελούς ψιθύρους ότι θα σκότωνε τους Άσα’μαν και τους Αποδιωγμένους. Ότι θα σκότωνε τον ίδιο του τον εαυτό. Η Αλάνα έπαψε να κλαίει, κι η αβάσταχτη οδύνη υποχώρησε κάτω από μια λεπτή επιφάνεια οργής. Ο Ραντ πέρασε τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά του και πίεσε δυνατά τους κροτάφους του. Πώς είναι, άραγε, να είσαι μόνος μέσα στο ίδιο σου το μυαλό; Αδυνατούσε να θυμηθεί.

Κάποια από τις ψηλές πόρτες άνοιξε για να εισέλθει μια από τις Κόρες που στέκονταν φρουροί στον διάδρομο. Η Ριάλιν, με έντονα πυρόξανθα μαλλιά κι ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό της, φάνταζε στρουμπουλή - συγκριτικά, τουλάχιστον, με τα δεδομένα των Κορών. «Η Μπερελαίν συρ Πέντραγκ κι η Ανούρα Λάρισεν επιθυμούν να δουν τον Καρ'α'κάρν», ανήγγειλε. Η φωνή της, ζεστή και φιλική στην αναγγελία των πρώτων ονομάτων, έγινε ψυχρή κι επίπεδη στο δεύτερο, μολονότι το χαμόγελο δεν χάθηκε από τα χείλη της.

Ο Ραντ αναστέναξε κι ήταν έτοιμος να τους πει να περάσουν, αλλά η Μπερελαίν δεν περίμενε. Ξεχύθηκε μέσα, ακολουθούμενη κατά πόδας από την κάπως πιο ήρεμη Ανούρα. Η Άες Σεντάι δείλιασε ελαφρά μόλις είδε τον Ντασίβα και τον Ναρίσμα και κοίταξε γεμάτη περιέργεια τη Μεράνα στη γωνία, ενώ η Μπερελαίν παρέμεινε απαθής.

«Τι σημαίνουν όλα αυτά, Άρχοντα Δράκοντα;» απαίτησε να μάθει, ανεμίζοντας το γράμμα που της είχε παραδώσει ο ίδιος το πρωί. Βημάτισε βαριά προς το μέρος του και του το κούνησε κάτω από τη μύτη. «Για ποιον λόγο να επιστρέψω στο Μαγιέν; Κυβέρνησα πολύ καλά εδώ, στο όνομά σου, και το ξέρεις. Δεν κατάφερα να σταματήσω την Κολαβήρ από το να στεφθεί βασίλισσα, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να την αναγκάσω να μην αλλάξει τους νόμους που θέσπισες εσύ. Γιατί πρέπει να φύγω; Και γιατί έπρεπε να το πληροφορηθώ με γράμμα κι όχι προφορικά; Και, μάλιστα, με ένα γράμμα που με ευχαριστεί για τις υπηρεσίες μου και με αποπέμπει, σαν υπάλληλο που μια ζωή μάζευε φόρους».

Ακόμα κι έξαλλη, η Πρώτη του Μαγιέν ήταν από τις ωραιότερες γυναίκες που είχε δει ποτέ του ο Ραντ. Μαύρα μαλλιά έπεφταν σαν λαμπερά κύματα στους ώμους της, πλαισιώνοντας ένα πρόσωπο που θα έκανε ακόμα και τυφλό να βρει την όρασή του. Εύκολα θα μπορούσε ένας άντρας να πνιγεί μέσα στη μαύρη της ματιά. Σήμερα, ήταν ντυμένη με ένα απαστράπτον φόρεμα από ασημένιο μετάξι, λεπτό και κολλητό επάνω της, κατάλληλο περισσότερο για να ψυχαγωγήσει έναν εραστή σε ιδιαίτερα διαμερίσματα. Η αλήθεια ήταν πως, αν το μπούστο ήταν ελάχιστα χαμηλότερο, δεν θα είχε τη δυνατότητα να φορέσει αυτό το φόρεμα δημοσίως. Όπως και να έχει, ο Ραντ δεν ήταν σίγουρος ότι έπρεπε να το φοράει καν. Όταν έγραφε το γράμμα, είχε σκεφτεί πως ήταν ιδιαίτερα απασχολημένος και δεν είχε χρόνο να διαφωνήσει μαζί της. Η αλήθεια, όμως, ήταν πως απολάμβανε και με το παραπάνω να την κοιτάζει. Για κάποιον λόγο, είχε την αίσθηση πως αυτό δεν ήταν ακριβώς λάθος αλλά σχεδόν.

Μόλις εμφανίστηκε η γυναίκα, ο Λουζ Θέριν άρχισε να απαγγέλει με στόμφο αλλά χαμηλόφωνα, όπως έκανε πάντα όταν θαύμαζε μια γυναίκα. Ξαφνικά, ο Ραντ συνειδητοποίησε πως έτριβε τον λοβό του αυτιού του κι έμεινε εμβρόντητος. Ενστικτωδώς, γνώριζε πως ήταν κι αυτό κάτι απ' όσα συνήθιζε να κάνει ο Λουζ Θέριν χωρίς να σκέφτεται, όπως κι όταν τραγουδούσε διακριτικά. Αποτράβηξε το χέρι του, αλλά, για μια στιγμή, αισθάνθηκε την ανάγκη να το ξανασηκώσει πάλι στο αυτί του.