Выбрать главу

«Εγγυήσεις». Η ψυχρότητα τύλιξε τη γλυκύτητα κι ο θυμός ανέβλυσε ξανά, παγερός αυτή τη φορά. Η Ανούρα έπιασε την Μπερελαίν από το μανίκι, αλλά η γυναίκα δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στην Άες Σεντάι. «Κι ενώ εγώ θα καλοκάθομαι στο Μαγιέν παρέα με τις εγγυήσεις σου, κάποιοι άλλοι θα σε υπηρετούν. Θα ζητήσουν να αμειφθούν, κι ενώ οι δικές μου υπηρεσίες θα είναι πια πολυκαιρισμένες και ξεθωριασμένες, οι δικές τους θα είναι ολοκαίνουργιες. Αν ο Υψηλός Άρχοντας Γουίραμον σού παραδώσει το Ιλιαν και σου ζητήσει σε αντάλλαγμα το Μαγιέν, τι θα του πεις; Κι αν σου παραδώσει το Μουράντυ, την Αλτάρα κι όλα όσα μεσολαβούν μέχρι τον Ωκεανό Άρυθ;»

«Θα εξακολουθείς να με υπηρετείς, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να φύγεις;» τη ρώτησε ο Ραντ ήρεμα. «Μπορεί να μη σε βλέπω, αλλά θα βρίσκεσαι συνεχώς στο μυαλό μου». Ο Λουζ Θέριν γέλασε ξανά, με τέτοιο τρόπο που ο Ραντ κοκκίνισε σχεδόν. Του άρεσε να την κοιτάζει, αλλά μερικές φορές οι σκέψεις του Λουζ Θέριν παραήταν...

Η Μπερελαίν τον κοίταξε με βλέμμα εξεταστικό κι επίμονο, κι ο Ραντ μάντευε ήδη τις ερωτήσεις που συνωστίζονταν στο μυαλό της, πέρα από αυτές της Ανούρα, καθώς και τον προσεγμένο τρόπο με τον οποίο θα τις διατύπωνε.

Η πόρτα άνοιξε ξανά κι η Ριάλιν μπήκε μέσα. «Έχει έρθει μία Άες Σεντάι με σκοπό να δει τον Καρ'α'κάρν». Κατάφερνε να έχει στη φωνή της έναν τόνο ψυχρό κι αβέβαιο ταυτόχρονα. «Το όνομά της είναι Κάντσουεϊν Μελάιντριν». Μια εντυπωσιακά ευπαρουσίαστη γυναίκα φάνηκε ακριβώς από πίσω της, με μαλλιά γκρίζα, στο χρώμα του σίδερου, μαζεμένα σε κότσο στην κορυφή του κεφαλιού της, στολισμένα με χρυσά κοσμήματα που κρέμονταν. Όλα έμοιαζαν να συμβαίνουν μέσα σε ένα δευτερόλεπτο.

«Νόμιζα πως ήσουν νεκρή», είπε η Ανούρα έκπληκτη, με μάτια τόσο γουρλωμένα που έμοιαζαν έτοιμα να ξεχυθούν από τις κόγχες τους.

Η Μεράνα έκανε να περάσει μέσα από το προστατευτικό πεδίο, με τα χέρια απλωμένα μπροστά. «Όχι, Κάντσουεϊν!» ούρλιαξε. «Μην του κάνεις κακό! Δεν πρέπει!»

Η επιδερμίδα του Ραντ μυρμήγκιασε, λες και κάποιος στο δωμάτιο αγκάλιασε το σαϊντάρ· ίσως να μην ήταν μόνο ένας. Απομακρύνθηκε γρήγορα από την Μπερελαίν κι άδραξε την Πηγή, αφήνοντας τον εαυτό του να κατακλυστεί από το σαϊντίν και νιώθοντάς το να λούζει τους Άσα'μαν. Το πρόσωπο του Ντασίβα συσπάστηκε, καθώς το βλέμμα του πετούσε από τη μια Άες Σεντάι στην άλλη. Παρά τη Δύναμη που κατείχε, ο Ναρίσμα άρπαξε τη λαβή του σπαθιού του και με τα δύο χέρια και πήρε τη στάση που καλείται η Λεοπάρδαλη πάνω στο Δέντρο, έτοιμος να τραβήξει τη λάμα. Ο Λουζ Θέριν γρύλιζε ασυναρτησίες περί σκοτωμών και θανάτου κι ήθελε να πεθάνουν όλοι τώρα, τώρα. Η Ριάλιν ανασήκωσε το πέπλο της φωνάζοντας κάτι, και ξαφνικά μια ντουζίνα Κόρες καλυμμένες με πέπλα μπήκαν στο δωμάτιο με τις λόγχες προτεταμένες. Δεν ήταν να απορεί κανείς που η Μπερελαίν κοιτούσε γύρω της απορημένη, λες κι όλοι είχαν τρελαθεί ξαφνικά.

Μολονότι η ίδια είχε προκαλέσει όλη αυτήν τη φασαρία, η Κάντσουεϊν έμοιαζε υπερβολικά ανεπηρέαστη. Κοίταξε τις Κόρες κουνώντας το κεφάλι της, με τα χρυσά άστρα, τα φεγγάρια και τα πουλιά να ταλαντεύονται ελαφρά. «Η προσπάθεια να φυτέψεις ωραία λουλούδια στη βόρεια Γκεάλνταν μπορεί να αποβεί θανατηφόρα, Ανούρα», είπε ξερά, «αλλά δεν είναι και σίγουρο ότι θα σε στείλει στον τάφο. Έλα, Μεράνα, ηρέμησε και μην τρομάζεις τον κόσμο. Θα περίμενε κανείς ότι πλέον θα ήσουν λιγότερο ευέξαπτη αφού έβγαλες τα λευκά ρούχα της μαθητευόμενης».

Η Μεράνα ανοιγόκλεινε το στόμα της μοιάζοντας ταραγμένη, και το μυρμήγκιασμα χάθηκε ξαφνικά. Ο Ραντ, ωστόσο, δεν άφησε το σαϊντίν, ούτε κι οι Άσα’μαν.

«Ποια είσαι;» απαίτησε να μάθει. «Σε ποιο Άτζα ανήκεις;» Μάλλον στο Κόκκινο, κρίνοντας από την αντίδραση της Μεράνα, αλλά το να μπει εδώ μέσα με τέτοιο θράσος μια Κόκκινη αδελφή, και μάλιστα μόνη της, σήμαινε πως το θάρρος της υπερέβαινε την ιδέα της αυτοκτονίας. «Τι θέλεις;»

Η ματιά της Κάντσουεϊν καρφώθηκε για αρκετή ώρα επάνω του, κι η γυναίκα παρέμεινε σιωπηλή. Τα χείλη της Μεράνα άνοιξαν, αλλά η γκριζομάλλα γυναίκα την κοίταξε με το ένα της φρύδι ανασηκωμένο, χωρίς να πει τίποτα. Η Μεράνα αναψοκοκκίνισε και χαμήλωσε το βλέμμα της. Η Ανούρα εξακολουθούσε να κοιτάζει τη νεοφερμένη λες κι έβλεπε φάντασμα ή κάποιον γίγαντα.

Αμίλητη, η Κάντσουεϊν γλίστρησε στο εσωτερικό του δωματίου, κατευθυνόμενη προς τους δύο Άσα’μαν, με τη σκιστή σκουροπράσινη φούστα της να θροΐζει. Ο Ραντ είχε την αίσθηση πως πάντα κινούνταν με αυτό το βιαστικό και γεμάτο χάρη γλίστρημα, χωρίς να χάνει καθόλου χρόνο και δίχως να επιτρέπει κανενός είδους παρακώλυση της πορείας της. Ο Ντασίβα την κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια κι έκανε έναν σαρκαστικό μορφασμό. Μολονότι η γυναίκα τον κοιτούσε κατάματα, δεν έμοιαζε να τον προσέχει, όπως επίσης δεν πρόσεχε και τα χέρια του Ναρίσμα πάνω στη λαβή του ξίφους του τη στιγμή που ακουμπούσε ένα δάχτυλο κάτω από το πηγούνι του, μετακινώντας το πρόσωπό του από τη μια μεριά στην άλλη πριν ο ίδιος το σταθεροποιήσει ξανά.