«Τι υπέροχα μάτια», μουρμούρισε. Ο Ναρίσμα βλεφάρισε κάπως αβέβαιος κι ο χλευασμός του Ντασίβα έγινε χαιρέκακο χαμόγελο, τόσο απαίσιο, ώστε μπροστά του το προηγούμενο, αυτάρεσκο υπομειδίαμα έμοιαζε ανάλαφρο.
«Μην κάνεις τίποτα», του είπε κοφτά ο Ραντ. Ο Ντασίβα είχε το θράσος να τον αγριοκοιτάξει πριν ακουμπήσει βαρύθυμα τη γροθιά πάνω στο στήθος του, απευθύνοντας τον χαρακτηριστικό χαιρετισμό των Άσα’μαν. «Τι θες εδώ, Κάντσουεϊν;» ρώτησε ο Ραντ. «Κοίτα με στα μάτια, που να σε πάρει!»
Η Άες Σεντάι το έκανε, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι της. «Ώστε, λοιπόν, εσύ είσαι ο Ραντ αλ'Θόρ, ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Είχα την εντύπωση πως, ακόμα κι ένα παιδί σαν τη Μουαραίν, θα μπορούσε να σου μάθει μερικούς τρόπους».
Η Ριάλιν μετακίνησε τη λόγχη από το δεξί της χέρι στο άλλο, με το οποίο άδραχνε την ασπίδα, κι άρχισε να κάνει νοήματα με τη χειρομιλία που χρησιμοποιούσαν οι Κόρες. Για πρώτη φορά, κανείς δεν γέλασε. Για πρώτη φορά, ο Ραντ ήταν σίγουρος πως δεν επρόκειτο για κάποιο αστείο που αφορούσε σ' εκείνον. «Ήρεμα, Ριάλιν», είπε ανασηκώνοντας το χέρι του. «Ηρεμήστε, όλοι σας».
Η Κάντσουεϊν αγνόησε αυτήν την παράλληλη δραστηριότητα και χάρισε ένα χαμόγελο στην Μπερελαίν. «Ώστε αυτή είναι η Μπερελαίν σου, Ανούρα. Είναι πιο όμορφη απ' όσο νόμιζα». Έσκυψε το κεφάλι της σε μια αρκετά βαθιά υπόκλιση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η παραμικρή υπόνοια υποταγής. Ήταν μια απλή πράξη αβροφροσύνης και τίποτα περισσότερο. «Αρχόντισσά μου, Πρώτη του Μαγιέν, πρέπει να συζητήσω με αυτόν τον νεαρό και δεν έχω κανένα πρόβλημα να κρατήσω τη σύμβουλό σου. Άκουσα πως έχεις αναλάβει πολλές ευθύνες εδώ και δεν σκοπεύω να σε αποσπάσω από τα καθήκοντά σου». Ήταν μια ξεκάθαρη αποπομπή, σαν να της άνοιγε την πόρτα διάπλατα.
Η Μπερελαίν χαμήλωσε με χάρη το κεφάλι της και στράφηκε ήρεμα προς το μέρος του Ραντ, απλώνοντας τη φούστα της σε μια υπόκλιση τόσο βαθιά που ο άντρας ανησύχησε μήπως τα ρούχα έπεφταν από το κορμί της. «Άρχοντα Δράκοντα», είπε, τονίζοντας τις λέξεις. «Ζητώ την ευγενική σου άδεια να αποσυρθώ».
Η υπόκλιση που της ανταπέδωσε ο Ραντ δεν ήταν τόσο επιτηδευμένη. «Την έχεις, Πρώτη Αρχόντισσα». Της πρόσφερε το χέρι του για να τη βοηθήσει να σηκωθεί. «Ελπίζω πως θα εξετάσεις την εισήγησή μου».
«Άρχοντα Δράκοντα, θα σε υπηρετώ όπου κι όπως επιθυμείς εσύ». Η φωνή της είχε γίνει ξανά μελένια, μάλλον προς όφελος της Κάντσουεϊν, υπέθεσε. Σίγουρα δεν υπήρχε ίχνος ερωτοτροπίας στη φωνή της, μονάχα γνήσια αποφασιστικότητα. «Θυμήσου τη Χαρίν», πρόσθεσε η γυναίκα, ψιθυριστά.
Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω από την Μπερελαίν, η Κάντσουεϊν είπε: «Πάντα είναι ωραίο να βλέπεις τα παιδιά να παίζουν, έτσι δεν είναι, Μεράνα;» Η Μεράνα την κοίταξε αποβλακωμένη, με τη ματιά της να στρέφεται πότε προς το μέρος του Ραντ και πότε προς την γκριζομάλλα αδελφή. Η Ανούρα έμοιαζε να στέκεται όρθια μόνο χάρη στη δύναμη της θέλησής της.
Οι περισσότερες Κόρες ακολούθησαν την Μπερελαίν, προφανώς έχοντας πάρει απόφαση πως δεν θα υπήρχαν σκοτωμοί, αλλά η Ριάλιν μαζί με άλλες δύο παρέμειναν έξω από την πόρτα χωρίς να αφαιρέσουν το πέπλο τους. Ίσως να ήταν σύμπτωση πως σε κάθε Άες Σεντάι αντιστοιχούσε και μια Κόρη. Ο Ντασίβα φαινόταν να πιστεύει επίσης πως ο κίνδυνος είχε περάσει. Έγειρε πάνω στον τοίχο στηριγμένος στο ένα του πόδι, με τα χείλη του να κινούνται σιωπηλά και τα χέρια σταυρωτά, παρακολουθώντας προφανώς τις Άες Σεντάι.
Ο Ναρίσμα, βλοσυρός και με βλέμμα απορημένο, κοίταξε τον Ραντ, αλλά αυτός απλώς κούνησε το κεφάλι του. Η γυναίκα προσπαθούσε να τον προκαλέσει επί τούτου. Το ερώτημα ήταν, για ποιον λόγο να προκαλέσει έναν άντρα που ήξερε καλά πως μπορούσε ανά πάσα στιγμή να τη σιγανέψει, ακόμα και να τη σκοτώσει, χωρίς ιδιαίτερο κόπο; Την ίδια ακριβώς ερώτηση μουρμούρισε κι ο Λουζ Θέριν. Γιατί; Γιατί; Σκαρφαλώνοντας στην εξέδρα, ο Ραντ πήρε από τον θρόνο το Σκήπτρο του Δράκοντα και κάθισε, περιμένοντας να δει τι θα συνέβαινε. Η γυναίκα σίγουρα δεν θα πετύχαινε τον σκοπό της.
«Παραφορτωμένο, δεν νομίζεις;» είπε η Κάντσουεϊν στην Ανούρα, κοιτώντας τριγύρω. Εκτός από το υπόλοιπο χρυσάφι, πλατιές λωρίδες του ίδιου υλικού διέτρεχαν τους τοίχους, πάνω από τους καθρέφτες, ενώ στα γείσα υπήρχαν φολίδες χρυσού τουλάχιστον δύο ποδών. «Ποτέ δεν κατάλαβα αν αυτοί που το παρακάνουν είναι οι Καιρχινοί ή οι Δακρυνοί, αλλά, είτε ο ένας είτε ο άλλος, θα μπορούσαν κάλλιστα να κάνουν έναν Εμπουνταρινό, ακόμα κι έναν Μάστορα, να αισθανθεί αμήχανος. Δίσκος τσαγιού είναι αυτός; Θα ήθελα λίγο, αν είναι φρέσκο και ζεστό, παρακαλώ».