Выбрать главу

Χρησιμοποιώντας την ικανότητά του για διαβίβαση, ο Ραντ ανασήκωσε τον δίσκο, σχεδόν περιμένοντας να δει το μέταλλο διαβρωμένο από το μίασμα, και τον μετέφερε προς το μέρος των τριών γυναικών. Η Μεράνα είχε φέρει κι άλλες κούπες, ενώ τέσσερις ακόμα έμεναν αχρησιμοποίητες πάνω στον δίσκο. Τις γέμισε, άφησε την τσαγιέρα και περίμενε. Το σκεύος αιωρήθηκε στον αέρα, υποβασταζόμενο από το σαϊντίν.

Τρεις γυναίκες εντελώς διαφορετικές εμφανισιακά, τρεις χαρακτηριστικά διαφορετικές αντιδράσεις. Η Ανούρα, που κοιτούσε τον δίσκο σαν να έβλεπε κουλουριασμένη οχιά, κούνησε ελαφρά το κεφάλι της κι έκανε ένα βήμα πίσω. Η Μεράνα εισέπνευσε βαθιά και πήρε με αργές κινήσεις μια κούπα, με το χέρι της να τρέμει. Αλλο να ξέρεις πως ένας άντρας έχει τη δυνατότητα της διαβίβασης, κι άλλο να αναγκάζεσαι να το δεις στην πράξη. Η Κάντσουεϊν, ωστόσο, πήρε την κούπα της και μύρισε τον ατμό, με ένα ευχάριστο χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη της. Τίποτα δεν μαρτυρούσε ποιος από τους τρεις άντρες είχε σερβίρει το τσάι, όμως κοίταξε πάνω από την κούπα της κατευθείαν προς το μέρος του Ραντ, ο οποίος είχε απλώσει τεμπέλικα το ένα του πόδι πάνω στο μπράτσο της πολυθρόνας του. «Να ένα καλό παιδί», είπε, κι οι Κόρες αντάλλαξαν μεταξύ τους έκπληκτα βλέμματα πάνω από τα πέπλα τους.

Ο Ραντ ρίγησε. Όχι, δεν θα τον προκαλούσε. Για κάποιον λόγο αυτό ήθελε να κάνει, αλλά δεν θα το έκανε! «Θα σε ρωτήσω άλλη μια φορά», της είπε. Ήταν περίεργο που η φωνή του παρέμενε τόσο ψυχρή, γιατί εσωτερικά ένιωθε φλογισμένος πιότερο κι από τις φωτιές του σαϊντίν. «Τι θέλεις; Απάντησέ μου ή πάρε δρόμο. Από την πόρτα ή από το παράθυρο, ποσώς με απασχολεί».

Η Μεράνα προσπάθησε να μιλήσει για άλλη μια φορά, αλλά η Κάντσουεϊν την έκανε να σιωπήσει ξανά, αυτή τη φορά με μια κοφτή κίνηση, χωρίς να απομακρύνει τη ματιά της από τον Ραντ. «Θέλω να σε δω», του αποκρίθηκε μαλακά. «Ανήκω στο Πράσινο Άτζα, όχι στο Κόκκινο, αλλά φοράω το επώμιο περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη εν ζωή αδελφή κι έχω αντιμετωπίσει κάμποσους άντρες με δυνατότητα διαβίβασης μεγαλύτερη από μία στις τέσσερις, ίσως και μία στις δέκα, Κόκκινες. Όχι ότι τους κυνηγάω δηλαδή, αλλά έχω καλή μύτη». Ο τόνος της φωνής της ήταν ήρεμος, σαν μια γυναίκα που έλεγε ότι έχει πάει μια δυο φορές όλες κι όλες στην αγορά. «Μερικοί παλεύουν μέχρις εσχάτων, κλωτσούν κι ουρλιάζουν ακόμα κι αφού έχουν θωρακιστεί και δεσμευτεί. Άλλοι πάλι κλαίνε και ικετεύουν, προσφέροντας χρυσάφι, τις ίδιες τους τις ψυχές, οτιδήποτε, προκειμένου να μην πάνε στην Ταρ Βάλον, ενώ υπάρχουν και κάποιοι που κλαίνε από ανακούφιση, πειθήνιοι σαν αμνοί, ευγνώμονες που έπαψαν να είναι αυτό που ήταν. Η αλήθεια είναι πως στο τέλος όλοι κλαίνε. Το μόνο που τους έχει απομείνει είναι δάκρυα».

Η λάβρα που ένιωθε μέσα του εξερράγη και μετατράπηκε σε οργή. Ο δίσκος και το ογκώδες τσαγιερό πετάχτηκαν στην άλλη άκρη του δωματίου, σπάζοντας έναν καθρέφτη με απίστευτο κρότο κι αναπηδώντας προς τα πίσω, μέσα σε μια βροχή από γυαλιά. Το σχεδόν συμπιεσμένο σκεύος έλουσε τον γύρω χώρο με τσάι, ενώ ο δίσκος που στριφογύριζε στο πάτωμα είχε διπλωθεί στα δύο. Όλοι αναπήδησαν τρομαγμένοι, εκτός από την Κάντσουεϊν. Ο Ραντ πετάχτηκε από την εξέδρα, κρατώντας το Σκήπτρο του Δράκοντα τόσο σφικτά, που οι αρθρώσεις του πονούσαν. «Υποτίθεται ότι πρέπει να σε φοβηθώ;» γρύλισε. «Περιμένεις να σε ικετεύσω ή να σου είμαι ευγνώμων; Ή μήπως να κλάψω; Άκου, Άες Σεντάι, θα μπορούσα κάλλιστα να σε λιώσω μέσα στην παλάμη μου». Κούνησε γεμάτος θυμό το υψωμένο του χέρι. «Η Μεράνα γνωρίζει καλά τον λόγο που θα μπορούσα να το κάνω. Μόνο το Φως ξέρει γιατί δεν το κάνω».

Η γυναίκα κοίταξε το στραπατσαρισμένο σερβίτσιο λες κι είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή της. «Τώρα ξέρεις», είπε τελικά, ήρεμη όπως πάντα, «ότι γνωρίζω το μέλλον σου και το παρόν σου. Η ευσπλαχνία του Φωτός παύει να υφίσταται για έναν άντρα με τη δυνατότητα της διαβίβασης. Κάποιοι το αντιλαμβάνονται αυτό και πιστεύουν ότι το Φως αποποιείται αυτούς τους άντρες. Εγώ όχι. Δεν άρχισες ακόμα να ακούς φωνές;»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Ραντ, αργά. Ένιωθε μέσα του τον Λουζ Θέριν που άκουγε με προσοχή.

Το μυρμήγκιασμα επέστρεψε στην επιδερμίδα του και ξανάρχισε σχεδόν να διαβιβάζει, αλλά το μόνο που συνέβη ήταν να ανασηκωθεί στον αέρα η τσαγιέρα και να αιωρηθεί προς το μέρος της Κάντσουεϊν, στριφογυρνώντας αργά, λες κι η γυναίκα ήθελε να την εξετάσει. «Μερικοί άντρες με τη δυνατότητα της διαβίβασης ακούνε φωνές». Μιλούσε σχεδόν αφηρημένα, κοιτώντας συνοφρυωμένη την πατικωμένη σφαίρα από χρυσό και ασήμι. «Είναι μέρος της τρέλας. Διάφορες φωνές τούς πιάνουν κουβέντα μέσα στο μυαλό τους και τους λένε τι να κάνουν». Το αιωρούμενο τσαγιερό ακούμπησε μαλακά στο δάπεδο, πλάι στα πόδια της. «Εσύ δεν άκουσες τίποτε ακόμα;»