Выбрать главу

Παραδόξως, ο Ντασίβα άρχισε να γελάει τραχιά κι οι ώμοι του τραντάζονταν. Ο Ναρίσμα έγλειψε τα χείλη του. Μπορεί μέχρι πριν από λίγα λεπτά να μη φοβόταν τη γυναίκα, αλλά τώρα παρακολουθούσε κάθε της κίνηση σαν σκορπιός.

«Εγώ κάνω τις ερωτήσεις», είπε με σταθερότητα στη φωνή του ο Ραντ. «Φαίνεται πως ξεχνάς ότι είμαι ο Αναγεννημένος Δράκοντας». Είσαι αληθινός, έτσι δεν είναι; αναρωτήθηκε, αλλά απάντηση δεν πήρε. Λουζ Θέριν; Μερικές φορές ο άντρας δεν απαντούσε, αλλά οι Άες Σεντάι ανέκαθεν τον έλκυαν. Λουζ Θέριν; Δεν ήταν τρελός. Η φωνή ήταν αληθινή κι όχι της φαντασίας του. Δεν είχε καμιά σχέση με την τρέλα. Μια ξαφνική επιθυμία να γελάσει δεν τον βοήθησε.

Η Κάντσουεϊν αναστέναξε. «Δεν είσαι παρά ένας νεαρός, ο οποίος δεν έχει ιδέα πού πηγαίνει ή γιατί ή τι τον περιμένει. Φαίνεται πως βρίσκεσαι σε υπερδιέγερση. Ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε όταν ηρεμήσεις. Έχεις κάποια αντίρρηση να πάρω για λίγο τη Μεράνα και την Ανούρα; Έχω να δω και τις δύο πολύ καιρό».

Ο Ραντ την κοίταζε σαν χαζός. Η γυναίκα τού έκανε κατά μέτωπον επίθεση, τον πρόσβαλε, τον απείλησε και, ούτε λίγο ούτε πολύ, ανακοίνωσε πως γνώριζε σχετικά με τη φωνή στο κεφάλι του, κι επιπλέον ήθελε να φύγει για να μιλήσει ιδιαιτέρως με τη Μεράνα και την Ανούρα. Είναι τρελή; Ο Λουζ Θέριν εξακολουθούσε να μην απαντά, ωστόσο θα πρέπει να ήταν αληθινός, έτσι δεν είναι;

«Φύγε», της είπε. «Φύγε και...» Δεν ήταν παρανοϊκός. «Φύγετε, όλοι σας! Εμπρός, δρόμο!»

Τα βλέφαρα του Ντασίβα πετάρισαν και τον κοίταξε με το κεφάλι γερτό, αλλά έπειτα ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και κίνησε για την πόρτα. Η Κάντσουεϊν χαμογέλασε με τέτοιο τρόπο που ο Ραντ μισοπερίμενε να του πει ξανά πόσο καλό παιδί ήταν. Κατόπιν, μάζεψε τη Μεράνα και την Ανούρα και τους έκανε νόημα να πάνε με τις Κόρες, οι οποίες είχαν χαμηλώσει τα πέπλα τους και κοιτούσαν με βλέμμα βλοσυρό κι ανήσυχο. Ο Ναρίσμα τον κοίταξε κι αυτός διστακτικά, μέχρι που ο Ραντ του έκανε ένα κοφτό νεύμα. Τελικά, έφυγαν όλοι κι έμεινε μόνος. Μόνος.

Με μια ενστικτώδη κίνηση, πέταξε μακριά το Σκήπτρο του Δράκοντα, η μυτερή αιχμή του οποίου καρφώθηκε στη ράχη ενός καθίσματος κι απέμεινε να πάλλεται, με τις φούντες της να ταλαντεύονται.

«Δεν είμαι παρανοϊκός», φώναξε στο άδειο δωμάτιο. Ο Λουζ Θέριν όντως του είχε πει κάμποσα πράγματα. Ποτέ δεν θα κατόρθωνε να δραπετεύσει από το κιβώτιο της Γκαλίνα χωρίς τη βοήθεια της φωνής του νεκρού άντρα. Ωστόσο, είχε κάνει χρήση της Δύναμης προτού ακόμα ακούσει τη φωνή. Είχε βρει τον τρόπο να καλεί την αστραπή, να εκτοξεύει φωτιά και να φτιάξει μια κατασκευή που σκότωσε εκατοντάδες Τρόλοκ. Ίσως, όμως, όλα αυτά να ήταν αναμνήσεις του Λουζ Θέριν, σαν τις μνήμες όπου σκαρφάλωνε δέντρα σε έναν κήπο με δαμασκηνιές και εισέδυε στην Αίθουσα των Υπηρετών, καθώς και δεκάδες άλλες που ξεπηδούσαν από μόνες τους, χωρίς να τις παίρνει χαμπάρι. Ίσως πάλι, όλες αυτές οι αναμνήσεις να ήταν φαντασιώσεις, τρελά όνειρα ενός τρελού μυαλού, όπως ακριβώς και η φωνή.

Συνειδητοποίησε ότι έκοβε βόλτες πάνω κάτω και δεν μπορούσε να σταματήσει. Ένιωθε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να κινηθεί, αλλιώς οι μυώνες του θα τον ξέσκιζαν από τους σπασμούς. «Δεν είμαι παρανοϊκός», έλεγε αγκομαχώντας. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. «Δεν είμαι...» Ο ήχος της πόρτας που άνοιγε τον έκανε να στρέψει το κεφάλι του προς τα εκεί, ελπίζοντας να είναι η Μιν.

Όμως, ήταν η Ριάλιν, η οποία υποβάσταζε μια κοντή αλλά γεροδεμένη γυναίκα με σκούρο μπλε φόρεμα, γκριζωπά μαλλιά, τραχύ πρόσωπο και μάτια κόκκινα.

Το μόνο που ήθελε ήταν να τους πει να πάνε να χαθούν και να τον αφήσουν μόνο. Μόνο. Όμως, ήταν όντως μόνος; Μήπως ο Λουζ Θέριν δεν ήταν παρά ένα όνειρο; Μακάρι να έφευγαν... Η Ίντριεν Τάρσιν ήταν η διευθύντρια του σχολείου που είχε ιδρύσει εδώ, στην Καιρχίν, μια γυναίκα τόσο πρακτική που δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον πίστευε στη Μία Δύναμη, εφ' όσον δεν μπορούσε να τη δει ή να την αγγίξει. Τι μπορεί να την είχε κάνει τόσο χάλια;

Στράφηκε με κόπο προς το μέρος της. Είτε τρελός ήταν είτε μόνος, δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κάνει αυτό που έπρεπε. Ούτε καν αυτό το μικρό καθήκον που φάνταζε βαρύτερο από βουνό. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε με φωνή όσο το δυνατόν μειλίχια.

Αρχίζοντας ξαφνικά να κλαίει, η Ίντριεν τρίκλισε προς το μέρος του και κατέρρευσε πάνω στο στήθος του. Όταν βρήκε την ψυχραιμία για να διηγηθεί την ιστορία της, ο Ραντ κόντεψε να κλάψει κι αυτός.