19
Διαμάντια κι Αστέρια
Η Μεράνα ακολουθούσε κατά πόδας την Κάντσουεϊν, απ' όσο πιο κοντά τολμούσε τουλάχιστον, με εκατοντάδες ερωτήσεις να ξεπηδούν στο μυαλό της. Η Κάντσουεϊν, ωστόσο, δεν ήταν από τις γυναίκες που ανέχονταν πίεση. Αυτή αποφάσιζε σε ποιον θα έστρεφε την προσοχή της και πότε. Η Ανούρα παρέμενε εξίσου σιωπηλή· κι οι δυο τους ακολουθούσαν την Κάντσουεϊν στους διαδρόμους του παλατιού, κατεβαίνοντας σκάλες από στιλπνό μάρμαρο, που στη συνέχεια τις αντικαθιστούσαν άλλες από απλή μαύρη πέτρα. Η Μεράνα αντάλλαζε ματιές με την Γκρίζα αδελφή της κι αισθάνθηκε έναν στιγμιαίο πανικό. Η αλήθεια ήταν πως δεν ήξερε διόλου τη γυναίκα, αλλά η Ανούρα είχε το ατσάλινο βλέμμα του κοριτσιού που πηγαίνει στην Κυρά των Μαθητευομένων, αποφασισμένη να φανεί γενναία. Ωστόσο, ούτε μαθητευόμενες ήταν, ούτε παιδάκια. Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει -και το έκλεισε ξανά, πτοημένη από τον γκρίζο κότσο που αναπηδούσε μπροστά της, με τα κρεμαστά φεγγάρια, τα άστρα, τα πουλιά και τα ψάρια. Η Κάντσουεϊν ήταν... η Κάντσουεϊν.
Η Μεράνα την είχε συναντήσει μια φορά στο παρελθόν, ή, τουλάχιστον, την είχε ακούσει κι είχαν ανταλλάξει λίγες κουβέντες, όταν ακόμα ήταν μαθητευόμενη. Οι αδελφές έρχονταν να δουν τη γυναίκα εκ μέρους των Άτζα, γεμάτες δέος που ήταν δύσκολο να κρύψουν. Κάποτε, η Κάντσουεϊν Μελάιντριν αποτελούσε το κριτήριο βάσει του οποίου κάθε μαθητευόμενη θα κρινόταν κατάλληλη για να περαστεί στα ανάλογα βιβλία. Μέχρι την έλευση της Ηλαίην Τράκαντ, καμιά άλλη δεν είχε έλθει στον Λευκό Πύργο που να εκπλήρωνε τις ανάλογες προϋποθέσεις, πόσω μάλλον να τις ξεπερνούσε κιόλας. Καμιά άλλη σαν κι αυτή δεν είχε εμφανιστεί ανάμεσα στις Άες Σεντάι εδώ και χίλια χρόνια. Η άρνηση να δεχτείς να σε επιλέξουν ως Καθήμενη ήταν κάτι ανήκουστο, ωστόσο ψιθυριζόταν πως είχε αρνηθεί, και μάλιστα δύο φορές τουλάχιστον. Λεγόταν πως είχε απορρίψει με βδελυγμία να τεθεί επικεφαλής του Πράσινου Άτζα κι ότι κάποτε είχε εξαφανιστεί από τον Πύργο επί δέκα χρόνια, επειδή η Αίθουσα σκόπευε να την ανακηρύξει Άμερλιν. Φυσικά, δεν είχε περάσει ούτε μέρα παραπάνω απ' όσο ήταν απαραίτητο στην Ταρ Βάλον. Οι φήμες σχετικά με την Κάντσουεϊν κατέφθασαν και στον Πύργο, ιστορίες που άφηναν τις αδελφές εμβρόντητες, περιπέτειες που έκαναν όσες ονειρεύονταν το επιτραχήλιο να ριγούν. Θα μπορούσε να βάλει τέλος σε έναν θρύλο των Άες Σεντάι. Αν δεν το είχε κάνει ήδη.
Το επώμιο στόλιζε τη Μεράνα για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια όταν η Κάντσουεϊν ανακοίνωσε πως αποσύρεται. Τα μαλλιά της είχαν ήδη γκριζάρει για τα καλά κι όλοι τη θεωρούσαν νεκρή από καιρό όταν ξέσπασε ο Πόλεμος των Αελιτών είκοσι πέντε χρόνια μετά, αλλά, πριν ακόμα συμπληρωθούν τρεις μήνες μαχών, αυτή επανεμφανίστηκε συνοδευόμενη από δύο Προμάχους, παλαίμαχους μεν αλλά σκληρούς σαν ατσάλι. Ψιθυριζόταν πως η Κάντσουεϊν είχε διαχρονικά περισσότερους Προμάχους απ' όσα παπούτσια είχαν οι αδελφές. Όταν οι Αελίτες υποχώρησαν από την Ταρ Βάλον, η γυναίκα αποσύρθηκε ξανά, αν και μερικοί ισχυρίστηκαν μισοαστεία μισοσοβαρά ότι η Κάντσουεϊν δεν επρόκειτο να πεθάνει όσο ακόμα υπήρχε περιπέτεια στον κόσμο.
Κάτι τέτοιες ανοησίες κυκλοφορούν μεταξύ των μαθητευομένων, υπενθύμισε η Μεράνα στον εαυτό της. Ακόμα κι εμείς, τελικά, θα πεθάνουμε. Ωστόσο, η Κάντσουεϊν εξακολουθούσε να είναι η Κάντσουεϊν. Και να μην έδυε ο ήλιος απόψε, αν δεν ήταν μία από τις αδελφές που είχαν εμφανιστεί στην πόλη ύστερα από τη σύλληψη του αλ'Θόρ. Η Μεράνα μετακίνησε το χέρι της για να τακτοποιήσει το επώμιο της και συνειδητοποίησε ότι το είχε αφήσει σε ένα κρεμαστάρι στο δωμάτιό της. Τι γελοίο. Δεν χρειαζόταν υπενθύμιση για το ποια ήταν. Απλώς, αν ήταν κάποια άλλη εκτός από την Κάντσουεϊν...
Ένα ζευγάρι Σοφές που στέκονταν στο άνοιγμα ενός διασταυρούμενου διαδρόμου τις παρακολουθούσαν να περνούν, με μάτια ψυχρά και πρόσωπα πέτρινα κάτω από τα μαύρα μαντίλια τους. Η Εντάρα κι η Λέιν. Αμφότερες μπορούσαν να διαβιβάσουν, και μάλιστα με αρκετή ένταση. Θα είχαν φτάσει πολύ ψηλά, αν είχαν πάει στον Πύργο όσο ακόμα ήταν κοριτσάκια. Η Κάντσουεϊν τις προσπέρασε χωρίς να δώσει την παραμικρή σημασία στο αποδοκιμαστικό ύφος των αδέσποτων, κάτι που έκανε η Ανούρα, μουρμουρίζοντας κάτι συνοφρυωμένη, με τις λεπτές της πλεξούδες να ταλαντεύονται καθώς κουνούσε το κεφάλι της. Η Μεράνα κράτησε το βλέμμα της χαμηλωμένο στα πλακάκια του δαπέδου.
Αναμφίβολα, ο κλήρος θα έπεφτε στην ίδια, να εξηγήσει στην Κάντσουεϊν τον... συμβιβασμό... στον οποίο είχαν καταλήξει με τις Σοφές χτες το βράδυ, προτού εκείνη κι οι υπόλοιπες φτάσουν στο Παλάτι. Η Ανούρα δεν ήξερε τίποτα -δεν είχε συμμετάσχει- κι η Μεράνα δεν είχε πολλές ελπίδες ότι θα εμφανιζόταν η Ραφέλα ή η Βέριν ή οποιοσδήποτε άλλος, στον οποίον θα είχε τη δυνατότητα να επιρρίψει την ευθύνη. Κατά κάποιον τρόπο, επρόκειτο όντως για συμβιβασμό, και μάλιστα τον καλύτερο που μπορούσαν να πετύχουν δεδομένων των συνθηκών. Ωστόσο, δεν σταμάτησε στιγμή να αναρωτιέται κατά πόσον θα το έβλεπε έτσι η Κάντσουεϊν. Ευχήθηκε να μη χρειαζόταν να προσπαθήσει να την πείσει η ίδια. Καλύτερα να σέρβιρε τσάι επί έναν ολόκληρο μήνα σε εκείνους τους καταραμένους. Μακάρι να πρόσεχε τα λόγια της όταν είχε μιλήσει στον νεαρό αλ'Θόρ. Μπορεί να γνώριζε τον λόγο που την είχε αναγκάσει να του σερβίρει τσάι, αλλά αυτό δεν ήταν βάλσαμο στο ότι την είχε αποκλείσει από κάθε πιθανό πλεονέκτημα που μπορεί να είχε. Προτιμούσε πολύ περισσότερο να σκέφτεται πως είχε αιχμαλωτιστεί σε κάποια τα'βίρεν περιδίνηση του Σχήματος, παρά να πιστεύει ότι τα μάτια ενός νεαρού άντρα -σαν γκριζογάλανα πετράδια- την έκαναν να μωρολογεί από φόβο. Όπως και να έχει, όμως, αυτή του είχε προσφέρει όλα τα πλεονεκτήματα σερβιρισμένα σε δίσκο. Ευχήθηκε να...