Οι ευχές είναι για τα παιδιά. Είχε διαπραγματευτεί αναρίθμητες συμφωνίες, αρκετές από τις οποίες είχαν καταλήξει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Είχε τερματίσει τρεις πολέμους κι είχε σταματήσει περισσότερους από άλλους είκοσι προτού καν ξεσπάσουν. Επίσης, είχε βρεθεί αντιμέτωπη με βασιλιάδες, βασίλισσες και στρατηγούς, καταφέρνοντας να τους λογικέψει. Ωστόσο... Υποσχέθηκε στον εαυτό της πως δεν θα παραπονιόταν ούτε στο ελάχιστο, ανεξαρτήτως του πόσο συχνά αυτός ο άντρας θα την έβαζε να παίζει τον ρόλο της υπηρέτριας, ακόμα κι αν η Σέονιντ, η Μασούρι, η Φέλντριν ή οποιοσδήποτε άλλος ξεπηδούσε από τη γωνία. Μα το Φως! Μακάρι να ανοιγόκλεινε τα μάτια της και να ανακάλυπτε πως όλα, αφότου έφυγε από το Σαλιντάρ, ήταν ένα κακό όνειρο.
Παραδόξως, η Κάντσουεϊν τις οδήγησε στο μικρό δωμάτιο που μοιράζονταν η Μπέρα με την Κιρούνα, βαθιά, στα έγκατα του Παλατιού, εκεί που ζούσαν οι υπηρέτες. Ένα ερμητικά κλειστό παράθυρο, τοποθετημένο ψηλά στον τοίχο, ωστόσο στο ίδιο ύψος με το λιθόστρωτο του κήπου, άφηνε να περάσει μια λεπτή δεσμίδα φωτός, όμως κατά τα άλλα το δωμάτιο έμοιαζε σκοτεινό και καταθλιπτικό. Μανδύες, δισάκια και μερικά ρούχα κρέμονταν από καρφιά βαλμένα στους ραγισμένους και κιτρινισμένους, γύψινους τοίχους. Διάφορα κοπίδια είχαν καταστρέψει το γυμνό ξύλινο πάτωμα, αν κι είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες να το λειάνουν. Ένα μικρό και διαλυμένο στρογγυλό τραπεζάκι στεκόταν σε μια γωνία κι ένας εξίσου διαλυμένος νιπτήρας σε μια άλλη, με μια πελεκημένη λεκάνη και μια κανάτα. Το βλέμμα της Μεράνα έπεσε στο μικρό κρεβάτι. Δεν έμοιαζε και πολύ στενότερο απ' αυτό που αναγκάστηκε να μοιραστεί με τη Σέονιντ και τη Μασούρι, δύο πόρτες πιο κάτω. Το δωμάτιο αυτό ήταν μεγαλύτερο κατά ένα βήμα περίπου σε μήκος και πλάτος, αλλά σίγουρα όχι κατάλληλο για τρία άτομα. Η Κόιρεν κι οι υπόλοιπες που κρατούνταν ακόμα αιχμάλωτες στις Αελίτικες σκηνές πιθανόν να ένιωθαν πιο άνετα.
Ούτε η Μπέρα ούτε η Κιρούνα ήταν παρούσες, παρά μόνο η Ντάιγκιαν, μια πλαδαρή, ωχρή γυναίκα που φορούσε μια λεπτή ασημένια αλυσίδα στα μακριά μαύρα της μαλλιά με μια στρογγυλή φεγγαρόπετρα να κρέμεται από το μέσον του μετώπου της. Το σκοτεινό, Καιρχινού στυλ φόρεμά της έφερε τέσσερις λεπτές χρωματιστές λωρίδες κατά μήκος του μπούστου της κι εκείνη είχε προσθέσει χαρακιές στη φούστα της, λευκές για να παραπέμπουν στο Άτζα της. Ήταν η νεότερη θυγατέρα κάποιου από τους κατώτερους Οίκους και θεωρούσε ανέκαθεν τη Μεράνα στραβομουτσουνιασμένη περιστερά. Μόλις μπήκε μέσα η Κάντσουεϊν, η Ντάιγκιαν στάθηκε προσοχή, γεμάτη προσδοκία.
Μόνο ένα κάθισμα υπήρχε στο δωμάτιο, κάτι σαν σκαμνί με μια υποψία ράχης. Η Κάντσουεϊν κάθισε κι άφησε έναν αναστεναγμό. «Τσάι, παρακαλώ. Δύο γουλιές από αυτό που σέρβιρε το αγόρι, κι η γλώσσα μου δεν θα διέφερε από σόλα».
Η λάμψη του σαϊντάρ, αν και αμυδρή, περικύκλωσε αμέσως την Ντάιγκιαν, και μια βαθουλωτή τσίγκινη τσαγιέρα ανασηκώθηκε από το τραπέζι, ενώ μια ροή Φωτιάς ζέσταινε το νερό καθώς η γυναίκα άνοιγε ένα μικρό σεντούκι τσαγιού με ορειχάλκινη επένδυση.
Μη έχοντας πού αλλού να κάτσει, η Μεράνα κάθισε στο κρεβάτι, τακτοποιώντας τη φούστα της και μετακινώντας το ασουλούπωτο στρώμα, ενώ προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τις σκέψεις της. Ίσως να ήταν κι η σημαντικότερη διαπραγμάτευση στην οποία είχε συμμετάσχει ποτέ. Ένα λεπτό αργότερα, η Ανούρα ήρθε κοντά της, κουρνιάζοντας στην άκρη του στρώματος.