Выбрать главу

«Κρίνοντας από την παρουσία σου, Μεράνα», είπε ξαφνικά η Κάντσουεϊν, «συμπεραίνω πως τα λόγια του αγοριού περί υποταγής στην Ελάιντα είναι ψευδή. Μην εκπλήσσεσαι, παιδί μου. Τι νόμιζες, ότι δεν ήξερα τους... συνδέσμους σου;» Πρόφερε τη λέξη αυτή με τόσο αλλοιωμένη φωνή, ώστε την έκανε να ακουστεί σαν βρωμερή βρισιά, από αυτές που μόνο οι στρατιώτες χρησιμοποιούν. «Κι εσύ, Ανούρα;»

«Βρίσκομαι εδώ για να συμβουλέψω την Μπερελαίν, αν κι η αλήθεια είναι πως αγνόησε τη συμβουλή μου με το που ήρθε εδώ εξ αρχής». Η Ταραμπονέζα κρατούσε ψηλά το κεφάλι της κι η φωνή της έσφυζε από αυτοπεποίθηση. Ωστόσο, δεν έπαψε στιγμή να τρίβει τους κροτάφους της. Δεν θα τα πήγαινε καλά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αν η ίδια άφηνε να φανούν τα συναισθήματά της. «Για τις υπόλοιπες», συνέχισε προσεκτικά, «δεν έχω αποφασίσει ακόμα».

«Πολύ σοφή απόφαση», μουρμούρισε η Κάντσουεϊν, κοιτώντας τη Μεράνα με διεισδυτικό βλέμμα. «Φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια αρκετές αδελφές έχουν ξεχάσει ότι διαθέτουν μυαλό ή σύνεση. Μια εποχή, οι Άες Σεντάι αποφάσιζαν με ηρεμία και περίσκεψη, βάζοντας πάνω απ' όλα το καλό του Πύργου. Απλώς, θυμήσου, Ανούρα, τι έπαθε εκείνο το κορίτσι, η Σάντσε, που μπλέχτηκε στα δίχτυα του αλ'Θόρ. Όσο πιο κοντά πλησιάζεις στο καμίνι, τόσο περισσότερο κινδυνεύεις να καείς».

Η Μεράνα ανασήκωσε το πηγούνι της, κάνοντας ελαφρές κινήσεις με τον λαιμό της για να χαλαρώσει την ένταση. Συνειδητοποιώντας τι κάνει, σταμάτησε αμέσως. Η γυναίκα στεκόταν από πάνω της, ψηλότερη από κάθε άλλη αδελφή. «Αν μου επιτρέπεις...» είπε άτολμα, αλλά θα ήταν χειρότερα αν σταματούσε κι άρχιζε την πρόταση από την αρχή, «...τι σκοπεύεις να κάνεις, Κάντσουεϊν;» Έδινε πραγματική μάχη για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της. «Είναι προφανές πως... μέχρι στιγμής... κρατάς μια απόσταση. Για ποιον λόγο αποφάσισες να... προσεγγίσεις ... τον αλ'Θόρ ειδικά τη συγκεκριμένη στιγμή; Φάνηκε να στερείσαι... διπλωματικότητας... απέναντί του».

«Μόνο χαστούκι που δεν του έδωσες», ξεπετάχτηκε η Ανούρα, κι η Μεράνα κοκκίνισε. Μεταξύ των δυο τους, η Ανούρα ήταν σίγουρα αυτή που τα πήγαινε λιγότερο καλά με την Κάντσουεϊν, αλλά, αν μη τι άλλο, δεν έπεφτε σε ατοπήματα.

Η Κάντσουεϊν κούνησε το κεφάλι της σαν να τη λυπόταν. «Αν θες να δεις από τι είναι φτιαγμένος ένας άντρας, ζόρισέ τον όταν δεν θα το περιμένει. Νομίζω πως ο νεαρός είναι φτιαγμένος από γερή στόφα, αλλά θα είναι δύσκολος». Ενώνοντας τα δάχτυλά της έτσι ώστε να σχηματίζουν κώνο, η γυναίκα κοίταξε συλλογισμένη πέρα από αυτά, στον απέναντι τοίχο. «Η οργή του είναι αρκετή για να κατακάψει τον κόσμο όλο, και δεν θέλει και πολύ για να την εξαπολύσει. Ζόρισέ τον λιγάκι και... Πφφ! Ο αλ'Θόρ δεν είναι ακόμα τόσο σκληραγωγημένος όσο ο Λογκαίν Άμπλαρ ή ο Μάζριμ Τάιμ, αλλά εκατό φορές δυσκολότερος, φοβάμαι». Στο άκουσμα και μόνο αυτών των τριών ονομάτων, η γλώσσα της Μεράνα κόλλησε στον ουρανίσκο της.

«Έχεις συναντήσει τον Λογκαίν και τον Τάιμ;» ρώτησε εμβρόντητη η Ανούρα. «Άκουσα πως ο Τάιμ ακολουθεί τον αλ'Θόρ». Η Μεράνα μπόρεσε να καταπνίξει έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Οι ιστορίες των Πηγαδιών του Ντουμάι δεν είχαν προλάβει ακόμα να διαδοθούν παντού. Ήταν, όμως, απλώς ζήτημα χρόνου.

«Έχω κι εγώ αυτιά, κι οι διάφορες φήμες δεν μου ξεφεύγουν, Ανούρα», είπε γεμάτη δριμύτητα η Κάντσουεϊν. «Αν και, με όσα άκουσα γι' αυτούς τους δύο, μακάρι να μου ξέφευγαν και μερικές. Όλη μου η δουλειά πήγε στον βρόντο, κι άλλες πιθανότατα. Άσε που υπάρχουν κι αυτοί οι μαυροντυμένοι, αυτοί οι Άσα'μαν». Πήρε μια κούπα από την Ντάιγκιαν, χαμογέλασε ζεστά και μουρμούρισε ένα ευχαριστώ. Η στρουμπουλή Λευκή φάνηκε έτοιμη να υποκλιθεί, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να αποσυρθεί σε μια γωνία και να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Υπήρξε μαθητευόμενη και Αποδεχθείσα περισσότερο από κάθε άλλη και μόλις που της επέτρεπαν να παραμείνει στον Πύργο, καθώς είχε κερδίσει το δαχτυλίδι και το επώμιο με νύχια και με δόντια. Η Ντάιγκιαν ήταν ανέκαθεν ταπεινόφρων παρουσία των άλλων αδελφών.

Ανασαίνοντας τον αχνό από την κούπα της, η Κάντσουεϊν συνέχισε να μιλάει, με πιο ευχάριστο τόνο αυτή τη φορά. «Ουσιαστικά, ο Λογκαίν ήταν η αιτία που μου τράβηξε την προσοχή από τα τριαντάφυλλά μου. Πφφ! Μια συμπλοκή στη μάντρα θα ήταν αρκετή για να με αποσπάσει από αυτά τα τρισκατάρατα φυτά. Τι νόημα έχει να μπορείς να χρησιμοποιείς τη Δύναμη, αλλά να μην το κάνεις και να έχεις δέκα χιλιάδες αγκάθια για κάθε... Πφφ! Σκέφτηκα σοβαρά να πάρω τον όρκο του Κυνηγού, αν δεν είχε αντίρρηση το Συμβούλιο των Εννέα. Τέλος πάντων. Ήταν όμορφοι εκείνοι οι μήνες που κατεδίωκα τον Λογκαίν, αλλά, από τη στιγμή που τον τσάκωσα, η πρόκληση να τον συνοδεύσω μέχρι την Ταρ Βάλον ήταν μεγαλύτερη κι από το να επιστρέψω στα τριαντάφυλλά μου. Περιπλανήθηκα για λίγο, για να δω αν θα μπορούσα να βρω κάτι άλλο, ίσως έναν καινούργιο Πρόμαχο, αν και, με κάθε εντιμότητα απέναντι στον άντρα, πιστεύω πως είναι λίγο αργά για κάτι τέτοιο. Τότε ήταν που άκουσα για τον Τάιμ κι έφυγα το γρηγορότερο για τη Σαλδαία. Τίποτα δεν είναι πιο διεγερτικό από έναν άντρα με τη δυνατότητα της διαβίβασης». Ξαφνικά, τόσο η φωνή της όσο και το βλέμμα της σκλήρυναν. «Μήπως εσείς οι δύο είχατε καμιά ανάμειξη σε αυτήν την... αθλιότητα... αμέσως μετά τους Πολέμους των Αελιτών;»