Выбрать главу

Παρ' όλο που έκανε το παν για να το κρύψει, η Μεράνα αναπήδησε ξαφνιασμένη. Στη ματιά της άλλης γυναίκας έμοιαζαν να καθρεφτίζονται το ικρίωμα και το τσεκούρι του δήμιου. «Τι είδους αθλιότητα; Δεν καταλαβαίνω για τι πράγμα μιλάς».

Το γεμάτο κατηγόρια βλέμμα χτύπησε την Ανούρα τόσο έντονα, που κόντεψε να πέσει από το στρώμα. «Τον Πόλεμο των Αελιτών;» είπε κοντανασαίνοντας και προσπαθώντας να δείξει ψύχραιμη. «Τα χρόνια που ακολούθησαν τα πέρασα πασχίζοντας να υλοποιήσω την αυτοαποκαλούμενη Μεγάλη Συμμαχία».

Η Μεράνα κοίταξε την Ανούρα με ενδιαφέρον. Αρκετές από τις αδελφές του Γκρίζου Άτζα είχαν αρχίσει να περιφέρονται από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα ύστερα από τον πόλεμο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μη διαλυθεί η συμμαχία που είχε σχηματιστεί ενάντια στους Αελίτες, αλλά δεν ήξερε ότι η Ανούρα βρισκόταν ανάμεσά τους. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν μπορεί να ήταν κακή διαπραγματεύτρια. «Το ίδιο κι εγώ», είπε. Αξιοπρέπεια. Από τότε που πήρε στο κατόπι τον αλ'Θόρ από το Κάεμλυν, δεν της είχε μείνει και πολλή από δαύτη. Τα λίγα, έστω, υπολείμματα ήταν ιδιαίτερα πολύτιμα και δεν έπρεπε να τα χάσει τώρα. Μίλησε με φωνή ήρεμη και σταθερή. «Τι είδους αθλιότητα εννοείς, Κάντσουεϊν;»

Η γκριζομάλλα γυναίκα αγνόησε την ερώτηση, λες και δεν είχε προφέρει ποτέ τέτοια λέξη.

Για μια στιγμή, η Μεράνα αναρωτήθηκε μήπως ο νους της Κάντσουεϊν ταξίδευε αλλού. Δεν είχε ακούσει ποτέ να συμβαίνει σε αδελφή, αλλά οι περισσότερες Άες Σεντάι αποσύρονταν προς το τέλος της ζωής τους μακριά από τα στρατηγήματα και τις φασαρίες, που ήταν τόσο συνηθισμένα ανάμεσα στις αδελφές. Συχνά, μάλιστα, ξέκοβαν εντελώς από το περιβάλλον τους. Ποιος ξέρει τι τους συνέβαινε λίγο πριν από το τέλος; Μια φευγαλέα ματιά σε αυτό το καθαρό σταθερό βλέμμα, που την κοιτούσε πάνω από την κούπα με το τσάι, την απάλλαξε γρήγορα από κάθε παρόμοια ιδέα. Όπως και να είχε, όμως, μια αθλιότητα είκοσι ενός χρόνων, όποια και να ήταν, δεν θα μπορούσε να επηρεάζει τα σημερινά τεκταινόμενα. Κι η Κάντσουεϊν ακόμα δεν είχε απαντήσει στα ερωτήματα που της είχε υποβάλει. Τι σκόπευε να κάνει; Και γιατί τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή;

Πριν προλάβει η Μεράνα να ξαναρωτήσει, η πόρτα άνοιξε απότομα, φανερώνοντας την Μπέρα και την Κιρούνα, που τις συνόδευε η Κόρελε Χόβιαν. Η τελευταία ήταν μια λεπτοκαμωμένη Κίτρινη που έμοιαζε με αγόρι· είχε πυκνά μαύρα φρύδια και μια μάζα από ακατάστατα εβένινα μαλλιά, που της προσέδιδαν μια αγριωπή όψη, ανεξάρτητα από το πόσο προσεγμένα ήταν ντυμένη. Ήταν πάντα ντυμένη για χωριάτικο χορό, με πολλά κεντίδια στα μανίκια, στο μπούστο και τα πλάγια της φούστας της. Μετά βίας μπορούσε να κινηθεί, με τόσα άτομα στριμωγμένα στο στενό δωμάτιο. Η Κόρελε έμοιαζε να το διασκεδάζει, ό,τι κι αν γινόταν, αλλά το πλατύ χαμόγελο που ήταν τώρα χαραγμένο στο πρόσωπό της φανέρωνε ταυτόχρονα αμφιβολία και τάση να ξεσπάσει σε γέλια. Τα μάτια της Κιρούνα άστραψαν πάνω σε ένα πρόσωπο παγερής αλαζονείας, ενώ η Μπέρα έβγαζε καπνούς, με το στόμα κλεισμένο σφικτά και το μέτωπο ζαρωμένο. Μέχρι που αντίκρισαν την Κάντσουεϊν. Η Μεράνα υπέθεσε πως, για τα δικά τους δεδομένα, θα ήταν σαν να είχε βρεθεί η ίδια πρόσωπο με πρόσωπο με την Άλιντ Ντιφέλ ή τη Σεβλάνα Μεσάου ή ακόμα και με τη Μάμπριαμ εν Σερίντ. Τα μάτια τους γούρλωσαν κι η Κιρούνα έμεινε με το στόμα ανοικτό.

«Νόμιζα πως ήσουν νεκρή», είπε η Μπέρα με κομμένη την ανάσα.

Η Κάντσουεϊν ρουθούνισε οξύθυμα. «Έχω κουραστεί να το ακούω αυτό. Όποιος ανόητος το ξαναπεί θα ουρλιάζει εξαιτίας μου για μια βδομάδα». Η Ανούρα χαμήλωσε το βλέμμα κι άρχισε να κοιτάει τις μύτες των πασουμιών της.

«Δεν πάει το μυαλό σου πού τις ξετρύπωσα αυτές τις δύο», είπε η Κόρελε με τη ρυθμική Μουραντιανή προφορά της. Χτύπησε ελαφρά το πλάι τής ανασηκωμένης μύτης της, όπως έκανε όταν επρόκειτο να πει κάποιο αστείο ή κάτι που θεωρούσε η ίδια αστείο. Κόκκινες κηλίδες εμφανίστηκαν στα μάγουλα της Μπέρα, κι ακόμα μεγαλύτερες στης Κιρούνα. «Η Μπέρα από δω καθόταν πειθήνια σαν ποντικάκι κάτω από τα βλέμματα μισής ντουζίνας από αυτές τις αδέσποτες Αελίτισσες οι οποίες, ούτε λίγο ούτε πολύ, μου είπαν πως ήταν αδύνατον να έρθει μαζί μου μέχρις ότου η Σορίλεα -αυτή η μέγαιρα που σε κάνει να έχεις εφιάλτες- τελείωνε τις ιδιαίτερες συνομιλίες που είχε με την άλλη μαθητευόμενη. Την αγαπητή μας Κιρούνα».