Οι κηλίδες στα μάγουλα της Μπέρα και της Κιρούνα είχαν αναψοκοκκινίσει για τα καλά, καλύπτοντας σχεδόν όλο τους το πρόσωπο. Οι δύο γυναίκες δεν τολμούσαν να κοιτάξουν κανέναν κατάματα. Ακόμα κι η Ντάιγκιαν είχε καρφώσει το βλέμμα της επάνω τους.
Η Μεράνα ένιωσε υπέροχα κύματα ανακούφισης να την κατακλύζουν. Δεν χρειαζόταν πια να εξηγήσει η ίδια πώς ερμήνευσαν οι Σοφές τις διαταγές αυτού του αχρείου, του αλ'Θόρ, στις οποίες οι αδελφές έπρεπε σώνει και καλά να υπακούσουν. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν μαθητευόμενες, ούτε φυσικά ήταν ανάγκη να πάρουν μαθήματα. Τι θα μπορούσαν, άραγε, να διδάξουν μερικές αδέσποτες, εν ολίγοις απολίτιστες, στις Άες Σεντάι; Απλώς, στις Σοφές άρεσε ανέκαθεν να ξέρουν πού ταιριάζει καθένας. Όμως, ήταν τόσο απλό; Η Μπέρα με την Κιρούνα θα μπορούσαν κάλλιστα να πουν με ποιον τρόπο γελάει ο αλ'Θόρ -πώς γελάει!- άσχετα με το αν γι' αυτόν δεν είχε καμία σημασία, και το μόνο που περίμενε από τις ίδιες ήταν να δείχνουν υπακοή, σαν μαθήτριες. Σε καμία δεν ήταν εύκολο να υποχωρεί, πόσω μάλλον στην Κιρούνα.
Ωστόσο, η Κάντσουεϊν δεν ζήτησε καμιά εξήγηση. «Περίμενα κάποια τέτοια προχειροδουλειά», είπε ξερά, «αλλά όχι κι ένα μάτσο σκουπίδια. Για να δούμε αν κατάλαβα τι ακριβώς συμβαίνει. Εσείς που επαναστατείτε ενάντια σε μια καθ' όλα νόμιμη Άμερλιν έχετε κάποια σχέση με αυτό το αγόρι, τον αλ'Θόρ κι, αν παίρνετε διαταγές από αυτές τις Αελίτισσες, πρέπει να υποθέσω ότι υπακούτε και στις δικές του». Άφησε ένα αηδιαστικό γρύλισμα, λες κι είχε καταπιεί μια μπουκιά σάπια δαμάσκηνα. Κουνώντας το κεφάλι της, κοίταξε την κούπα με το τσάι της κι έπειτα κάρφωσε τη ματιά της ξανά στις δύο γυναίκες. «Λοιπόν, μια προδοσία περισσότερη ή λιγότερη τι σημασία έχει; Η Αίθουσα μπορεί να σας κάνει να γονυπετήσετε και να ζητάτε μετάνοια μέχρι την έλευση της Τάρμον Γκάι'ντον, αλλά μπορεί να σας πάρει τα κεφάλια μόνο μία φορά. Κι οι υπόλοιπες, στο στρατόπεδο των Αελιτών; Να υποθέσω πως όλες τους είναι πιστές στην Ελάιντα; Έχουν περάσει κι αυτές από το στάδιο της... μαθητείας; Σε καμιά δεν επιτρέπεται να προσεγγίσει ούτε καν τις πρώτες σειρές των σκηνών. Αυτοί οι Αελίτες φαίνεται πως δεν χωνεύουν τις Άες Σεντάι».
«Δεν γνωρίζω, Κάντσουεϊν», αποκρίθηκε η Κιρούνα, τόσο αναψοκοκκινισμένη λες και θα έπιανε φωτιά. «Μας είχαν χωριστά». Τα μάτια της Μεράνα γούρλωσαν. Πρώτη φορά άκουγε την Κιρούνα να μιλάει με τέτοια ευλάβεια.
Η Μπέρα, αντιθέτως, πήρε μια βαθιά ανάσα. Στεκόταν ευθυτενής, αν κι η πόζα που είχε πάρει έδειχνε πως ήταν έτοιμη να εκτελέσει ένα δυσάρεστο έργο. «Η Ελάιντα δεν είναι...» άρχισε να λέει παθιασμένα.
«Απ' όσο μπορώ να καταλάβω, η Ελάιντα είναι υπερβολικά φιλόδοξη», την έκοψε η Κάντσουεϊν γέρνοντας μπροστά, τόσο απότομα που η Μεράνα κι η Ανούρα αποτραβήχτηκαν προς τη μεριά του κρεβατιού, μολονότι η γυναίκα δεν τις κοιτούσε. «Μπορεί να τρέφει τον όλεθρο μέσα της, αλλά δεν παύει να είναι η Έδρα της Άμερλιν, ανακηρυγμένη από την ίδια την Αίθουσα του Πύργου και σε πλήρη συμφωνία με τους νόμους του Πύργου».
«Αν η Ελάιντα είναι μια καθ' όλα νόμιμη Άμερλιν, γιατί δεν υπάκουσες στη διαταγή της να επιστρέψεις;» Το μόνο που μαρτυρούσε την έλλειψη αυτοκυριαρχίας της Μπέρα ήταν η ακινησία των χεριών της πάνω στη φούστα της. Μόνο μια έντονη προσπάθεια εκ μέρους της να μην πιάσει σφικτά τις πτυχές του φορέματος της ή να μην το ισιώσει ήταν ικανή να τα κρατάει τόσο ακίνητα.
«Ώστε, μία από εσάς έχει τσαγανό». Η Κάντσουεϊν γέλασε μαλακά, αλλά κανενός είδους ιλαρότητα δεν αντανακλάτο στα μάτια της. Έγειρε πίσω κι ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Καθίστε κάτω τώρα. Έχω πολλές ερωτήσεις ακόμη να σας κάνω».
Η Μεράνα με την Ανούρα σηκώθηκαν, προσφέροντας τις θέσεις τους στο κρεβάτι, αλλά η Κιρούνα απέμεινε να κοιτάει την Κάντσουεϊν γεμάτη ανησυχία, ενώ η Μπέρα έριξε μια ματιά στη φίλη της, κουνώντας το κεφάλι της. Η Κόρελε έστρεψε ψηλά τα γαλανά της μάτια, χαμογελώντας πλατιά για κάποιον λόγο, αλλά η Κάντσουεϊν δεν φάνηκε να νοιάζεται.
«Οι μισές από τις φήμες που ακούω», είπε, «αφορούν στην απελευθέρωση των Αποδιωγμένων. Με όλα όσα έχουν συμβεί, δεν εκπλήσσομαι, αλλά τι αποδείξεις έχετε υπέρ ή κατά;»
Προτού περάσει πολλή ώρα, η Μεράνα ήταν ευχαριστημένη που είχε ξανακαθίσει, καθώς ένιωθε τα σωθικά της να στριφογυρίζουν διαρκώς. Η Κάντσουεϊν ρωτούσε και ξαναρωτούσε, πεταγόταν από το ένα θέμα στο άλλο, έτσι που ποτέ δεν ήξερες τι θα επακολουθούσε. Η Κόρελε ήταν ήρεμη, με εξαίρεση ένα γελάκι πού και πού ή κάποιο κούνημα του κεφαλιού, ενώ η Ντάιγκιαν δεν έκανε ούτε καν αυτό. Ο χειρότερος καταιγισμός ερωτήσεων έπληξε τη Μεράνα, την Μπέρα και την Κιρούνα, αλλά κι η Ανούρα δεν τη γλίτωσε. Κάθε φορά που η σύμβουλος της Μπερελαίν χαλάρωνε, νομίζοντας πως την είχε βγάλει καθαρή, η Κάντσουεϊν την τριβέλιζε ξανά.