Διασχίζοντας βιαστικά τους διαδρόμους του παλατιού, η Μιν αγνόησε τους χαιρετισμούς αρκετών Κορών που γνώριζε. Απλώς, συνέχισε να τροχάζει χωρίς να τους ανταπαντά και χωρίς να σκέφτεται πως έτσι γινόταν αγενής. Δεν ήταν και πολύ εύκολο να περπατάει γρήγορα φορώντας μπότες με τακούνια. Τι ανοησίες έκαναν οι γυναίκες για να ευχαριστούν τους άντρες! Ο Ραντ, βέβαια, δεν της είχε ζητήσει ποτέ να φορέσει μπότες, αλλά, όταν τις έβαλε για πρώτη φορά, έχοντάς τον στο μυαλό της, παρατήρησε ότι χαμογέλασε. Μάλλον του άρεσαν. Μα το Φως, τι καθόταν και σκεφτόταν! Δεν έπρεπε να πάει στα διαμερίσματα της Κολαβήρ. Ριγώντας και πασχίζοντας να συγκρατήσει τα δάκρυά της, άρχισε να τρέχει.
Ως συνήθως, κάμποσες Κόρες κάθονταν οκλαδόν δίπλα στις τεράστιες πόρτες με τους επίχρυσους ανατέλλοντες ήλιους. Τα σούφα τους κρέμονταν γύρω από τους ώμους τους και τα δόρατα ήταν ακουμπισμένα στα γόνατά τους, ωστόσο δεν υπήρχε τίποτα πρόχειρο επάνω τους. Δεν διέφεραν από λεοπαρδάλεις, έτοιμες να ξεσκίσουν ό,τι έμπαινε στον δρόμο τους. Συνήθως, οι Κόρες προκαλούσαν μια ακαθόριστη ανησυχία στη Μιν, παρ' όλο που ήταν φιλικές απέναντι της. Σήμερα, δεν θα την ένοιαζε ούτε αν ήταν καλυμμένες με πέπλα.
«Είναι κακοδιάθετος», την προειδοποίησε η Ρίαλιν, χωρίς όμως να κάνει καμιά κίνηση να τη σταματήσει. Η Μιν ήταν από τους ελάχιστους ανθρώπους που είχαν το ελεύθερο να εισέλθουν στα ιδιαίτερα του Ραντ δίχως αναγγελία. Τακτοποίησε το πανωφόρι της και προσπάθησε να φανεί ψύχραιμη. Δεν ήταν σίγουρη για ποιον λόγο είχε έρθει εδώ, εκτός από το ότι ο Ραντ την έκανε να αισθάνεται ασφαλής. Που να τον έπαιρνε! Δεν χρειαζόταν σώνει και καλά κάποιον για να νιώσει ασφάλεια.
Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, μαρμάρωσε. Με μια αυτόματη κίνηση, έσπρωξε την πόρτα κι αυτή έκλεισε πίσω της. Ο χώρος ήταν σε αισχρή κατάσταση. Μερικά απαστράπτοντα θραύσματα κρέμονταν από το πλαίσιο του καθρέφτη, αλλά τα περισσότερα γυαλιά ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα. Η εξέδρα ήταν γερτή κι ο θρόνος που έστεκε επάνω της είχε μετατραπεί σε χρυσαφιά θρύψαλα στο σημείο που είχε προσκρούσει πάνω στον απέναντι τοίχο. Ένας από τους παραστάτες των φανών, φτιαγμένος από βαρύ σίδερο κάτω από την επίχρυση επένδυση, είχε συστραφεί σαν θηλιά. Ο Ραντ καθόταν σε ένα από τα μικρότερα καθίσματα, με τα μανίκια ανασηκωμένα, τα μπράτσα να κρέμονται από το κάθισμα, το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω κι ατενίζοντας την οροφή. Ατενίζοντας το κενό. Διάφορες εικόνες χόρευαν γύρω του και χρωματιστές αύρες τρεμόπαιζαν και σελάγιζαν. Σε αυτό έμοιαζε με τις Άες Σεντάι. Η Μιν δεν είχε ανάγκη τους Φωτοδότες όταν βρισκόταν εκεί κοντά ο Ραντ ή κάποια Άες Σεντάι. Ο άντρας δεν κουνήθηκε, καθώς η γυναίκα βημάτισε μέσα στο δωμάτιο. Έμοιαζε να μην την έχει προσέξει καν. Τα θρύψαλα του καθρέφτη συνθλίβονταν κάτω από τις μπότες της. Πράγματι, θα πρέπει να ήταν πολύ κακόκεφος.
Ωστόσο, δεν αισθάνθηκε καθόλου φόβο. Όχι για εκείνον, τουλάχιστον. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον Ραντ να της κάνει κακό. Όσα ένιωθε γι' αυτόν ήταν αρκετά, ώστε να εξαγνίσουν σχεδόν τη μνήμη των διαμερισμάτων της Κολαβήρ από το νου της. Εδώ και καιρό είχε συμφιλιωθεί με την ιδέα πως ήταν απεγνωσμένα ερωτευμένη μαζί του. Τίποτε άλλο δεν είχε σημασία, ούτε καν το γεγονός πως εκείνος δεν ήταν παρά ένας ανεπιτήδευτος επαρχιώτης, νεότερος από την ίδια. Το ποιος ήταν δεν έπαιζε κανέναν ρόλο, ούτε και το γεγονός πως ήταν καταδικασμένος να τρελαθεί και να πεθάνει, αν δεν τον σκότωναν πρώτα. Δεν θα με ένοιαζε ακόμα κι αν τον μοιραζόμουν, σκέφτηκε, ξέροντας καλά την παγίδα στην οποία είχε πέσει, αν έλεγε ψέματα ακόμα και στον εαυτό της. Είχε ζοριστεί, αλλά στο τέλος το είχε αποδεχτεί. Η Ηλαίην διεκδικούσε ένα μέρος του, όπως κι η Αβιέντα, αυτή η γυναίκα που δεν είχε συναντήσει ακόμα. «Αν δεν μπορείς να διορθώσεις κάτι, τουλάχιστον μάθε να ζεις μαζί του», έτσι έλεγε η Θεία Τζαν. Κι ειδικά όταν το μυαλό σου έχει αρχίσει να φυραίνει. Μα το Φως, ανέκαθεν ήταν περήφανη για το κοφτερό της μυαλό.
Σταμάτησε πλάι σε ένα από τα καθίσματα, εκεί που το Σκήπτρο του Δράκοντα είχε μπηχτεί τόσο βαθιά στη ράχη του, ώστε η άκρη του εξείχε σχεδόν ένα μέτρο από την άλλη μεριά. Ερωτεύτηκε έναν άντρα που δεν γνώριζε τίποτα γι' αυτήν, που θα την έστελνε στον αγύριστο αν ποτέ μάθαινε. Κι όμως, ήταν σίγουρη πως κι αυτός ήταν ερωτευμένος μαζί της. Όπως και με την Ηλαίην και με αυτήν την Αβιέντα, επίσης, αν κι αυτό το τελευταίο το προσπέρασε. Αν δεν μπορείς να διορθώσεις κάτι... Ο Ραντ ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Μήπως πίστευε ότι, επειδή ο τρελαμένος ο Λουζ Θέριν Τέλαμον είχε σκοτώσει τη γυναίκα που αγαπούσε, η ίδια μοίρα περίμενε και τον ίδιον;