«Χαίρομαι που ήρθες», είπε ξαφνικά ο Ραντ, εξακολουθώντας να κοιτάει το ταβάνι. «Ήμουν τόσο μόνος. Μόνος». Άφησε ένα πικρό γελάκι, σαν γαύγισμα. «Ο Χέριντ Φελ είναι νεκρός».
«Δεν μπορεί», ψιθύρισε η Μιν. «Όχι αυτός ο γλυκός γεράκος». Τα μάτια της έτσουζαν.
«Τον ξέσκισαν». Η φωνή του Ραντ ήταν κουρασμένη κι άδεια. «Η Ίντριεν λιποθύμησε μόλις τον βρήκε. Το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας είχε πέσει σε λήθαργο κι όταν ξύπνησε έλεγε ασυναρτησίες. Μια από τις άλλες γυναίκες, στη σχολή, της έδωσε κάτι για να κοιμηθεί. Ένιωθε μεγάλη αμηχανία. Όταν ήρθε κοντά μου, άρχισε να κλαίει ξανά και... Θα πρέπει να ήταν κάποιος Σκιογέννητος. Τι άλλο θα μπορούσε να διαμελίσει έναν άντρα;» Δίχως να ανασηκώσει το κεφάλι του, χτύπησε με τη γροθιά του το μπράτσο της πολυθρόνας τόσο δυνατά, που το ξύλο ράγισε. «Γιατί όμως; Γιατί τον σκότωσαν; Τι ήταν αυτό που θα μου έλεγε;»
Η Μιν πάσχισε να σκεφτεί, βάζοντας τα δυνατά της. Ο Αφέντης Φελ ήταν φιλόσοφος. Αυτός κι ο Ραντ συζητούσαν τα πάντα, από το νόημα που μπορεί να έκρυβαν κάποιες Προφητείες του Δράκοντα μέχρι τη φύση του λαγουμιού στη φυλακή του Σκοτεινού. Την άφηνε να δανείζεται βιβλία, θαυμαστά βιβλία, ειδικά όταν χρειαζόταν να προβληματιστεί για να λύσει τον γρίφο των κειμένων τους. Ήταν ένας φιλόσοφος που δεν θα της δάνειζε ποτέ ξανά κάποιο βιβλίο. Ένας ευγενικός γεράκος, αποτραβηγμένος σε έναν κόσμο σκέψεων, που εκπλησσόταν όταν πρόσεχε ότι υπήρχε κι έξω κόσμος. Η Μιν θεωρούσε ιδιαίτερα πολύτιμη μία σημείωση που είχε αφήσει κάποτε στον Ραντ, όπου έλεγε ότι την έβρισκε πολύ όμορφη κι ότι του αποσπούσε την προσοχή. Τώρα, όμως, ήταν πια νεκρός. Μα το Φως, όπου και να γύριζε έβλεπε θάνατο.
«Δεν έπρεπε να σου το πω. Όχι κατ’ αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον».
Η κοπέλα τινάχτηκε. Δεν είχε πάρει είδηση τον Ραντ που διέσχισε το δωμάτιο. Τα δάχτυλά του τη χάιδεψαν στο μάγουλο, σκουπίζοντας τα δάκρυα. Έκλαιγε.
«Λυπάμαι, Μιν», της είπε μαλακά. «Δεν είμαι πια πολύ καλός. Ένας άνθρωπος πέθανε εξαιτίας μου κι εγώ το μόνο που κάνω είναι να ανησυχώ για ποιον λόγο τον σκότωσαν».
Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του κι έθαψε το πρόσωπό της στο στήθος του. Δεν μπορούσε να σταματήσει το κλάμα. Δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει. «Πήγα στα διαμερίσματα της Κολαβήρ». Εικόνες άστραψαν στο μυαλό της. Το άδειο καθιστικό, οι υπηρέτες εξαφανισμένοι. Το υπνοδωμάτιο. Δεν ήθελε να θυμάται, αλλά τώρα, που οι μνήμες ξεχύνονταν στον νου της, καταλάβαινε πως της ήταν αδύνατον να φράξει τη ροή των λέξεων. «Σκέφτηκα πως, μια και την έχεις εξορίσει, ίσως μπορούσα να εφαρμόσω την ενόραση επάνω της». Η Κολαβήρ ήταν ντυμένη με την ομορφότερη εσθήτα της από μαύρο γυαλιστερό μετάξι με πτυχές από λεπτοδουλεμένες, φιλντισένιες δαντέλες από τη Σοβάρα. «Σκέφτηκα πως, για μια φορά έστω, δεν ήταν ανάγκη να γίνει έτσι. Είσαι ένας τα'βίρεν. Έχεις τη δυνατότητα να αλλάξεις το Σχήμα». Η Κολαβήρ φορούσε ένα περιδέραιο και βραχιόλια από σμαράγδια κι αμέθυστο, ενώ δαχτυλίδια από μαργαριτάρια, ρουμπίνια και κίτρινα διαμάντια, σίγουρα τα καλύτερα κομμάτια της συλλογής της, στόλιζαν τα μαλλιά της, σε μια καλοδουλεμένη απομίμηση του στέμματος της Καιρχίν. Το πρόσωπό της... «Βρισκόταν στο υπνοδωμάτιο. Κρεμασμένη σε μια από τις κολόνες του κρεβατιού». Τα μάτια κι η γλώσσα είχαν πεταχτεί έξω, πάνω σε ένα μαβί, πρησμένο πρόσωπο. Τα ακροδάχτυλα των ποδιών βρίσκονταν ένα πόδι ψηλότερα από ένα αναποδογυρισμένο σκαμνί. Κλαίγοντας με λυγμούς, η Μιν χώθηκε στην αγκαλιά του.
Τα μπράτσα του, απαλά κι ευγενικά, τυλίχτηκαν γύρω της. «Ω, Μιν, αυτό το χάρισμα πιότερο σε πληγώνει παρά σου δίνει χαρά. Αν μπορούσα να απορροφήσω τον πόνο σου, Μιν, θα το έκανα. Θα το έκανα».
Αργά-αργά, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κι αυτός έτρεμε. Μα το Φως, είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να ατσαλώσει τον εαυτό του, όπως νόμιζε ότι άρμοζε σε έναν Αναγεννημένο Δράκοντα, αλλά δεν μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος όταν κάποιος πέθαινε εξαιτίας του, ασχέτως αν αυτός ο κάποιος ήταν η Κολαβήρ ή ο Φελ. Μάτωνε για οποιονδήποτε πάθαινε κακό, αλλά προσπαθούσε να προσποιηθεί πως δεν τον ένοιαζε.
«Φίλησέ με», ψέλλισε η κοπέλα. Όταν ο Ραντ δεν έκανε καμιά κίνηση, ανασήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε. Αυτός βλεφάρισε αβέβαια, και τα μάτια του ήταν πότε γαλάζια και πότε γκρίζα σαν τον ουρανό της αυγής. «Δεν παιδιαρίζω». Πόσες φορές τον πιλάτευε καθισμένη στα γόνατά του, φιλώντας τον, αποκαλώντας τον «βοσκό», επειδή δεν τολμούσε να πει το πραγματικό του όνομα από φόβο μήπως και καταλάβει το θώπευμα; Κι αυτός άφηνε τον εαυτό του να παρασυρθεί, γιατί σκεφτόταν πως η κοπέλα όντως έπαιζε μαζί του και θα σταματούσε, αν πίστευε πως τα χάδια της δεν τον επηρέαζαν. Χα! Η Θεία Τζαν κι η Θεία Ράνα έλεγαν πως δεν πρέπει να φιλάς έναν άντρα, εκτός κι αν σκοπεύεις να τον παντρευτείς, αλλά η Θεία Μίρεν φαίνεται πως ήξερε κάτι παραπάνω. Έλεγε πως δεν πρέπει να φιλάς έναν άντρα τόσο απρομελέτητα, επειδή οι άντρες ερωτεύονται εύκολα. «Μέσα μου νιώθω παγωνιά, βοσκέ. Η Κολαβήρ κι ο Αφέντης Φελ... Χρειάζομαι ζεστασιά... Σε παρακαλώ».