«Αν με υπηρετείς, παιδί μου, πρέπει να υπακούς μονάχα εμένα, κι όχι τη Σέμιραγκ, τον Ντεμάντρεντ, την Γκρένταλ ή οποιονδήποτε άλλον. Μονάχα εμένα. Και τον Μεγάλο Άρχοντα, φυσικά, αλλά, εκτός από αυτόν, εμένα πάνω απ' όλους».
«Ζω για να σε υπηρετώ, Μεγάλη Αφέντρα». Η φωνή της είχε γίνει κρώξιμο αλλά κατάφερε να δώσει έμφαση στην προστιθέμενη λέξη.
Για μια παρατεταμένη στιγμή, τα ασημιά μάτια την κοιτούσαν ατάραχα. Κατόπιν, η Μεσάνα μίλησε. «Ωραία. Θα σε διδάξω λοιπόν. Να θυμάσαι, όμως, πως ο μαθητής δεν είναι δάσκαλος. Εγώ διαλέγω ποιος θα μάθει τι κι αποφασίζω πότε μπορεί να το χρησιμοποιήσει. Αν διαπιστώσω ότι αποκάλυψες ακόμα και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια ή ότι έκανες χρήση χωρίς την καθοδήγησή μου, θα σε εξολοθρέψω».
Η υγρασία επανήλθε στο στόμα της Αλβιάριν. Η καμπανιστή φωνή δεν έκρυβε θυμό, παρά μόνο βεβαιότητα. «Ζω για να σε υπηρετώ, Μεγάλη Αφέντρα. Ζω για να σε υπακούω, Μεγάλη Αφέντρα». Μόλις είχε μάθει κάτι για τους Εκλεκτούς που δεν είχε συνειδητοποιήσει προηγουμένως. Η γνώση ήταν δύναμη.
«Διαθέτεις λίγη δύναμη, παιδί μου. Όχι πολλή αλλά αρκετή».
Ένα υφάδι εμφανίστηκε, φαινομενικά από το πουθενά.
«Αυτό», ακούστηκε η καμπανιστή φωνή της Μεσάνα, «αποκαλείται πύλη».
Ο Πέντρον Νάιαλ γρύλισε καθώς η Μοργκέις τοποθέτησε με ένα χαμόγελο θριάμβου μια λευκή πέτρα πάνω στον πίνακα. Λιγότερο σημαντικοί παίκτες θα τοποθετούσαν δυο ντουζίνες πέτρες επιπλέον ο καθένας, αλλά η αναπόφευκτη πορεία του παιχνιδιού ήταν προφανής πια, κάτι που καταλάβαινε τόσο αυτός όσο κι η γυναίκα. Αρχικά, η χρυσομάλλα γυναίκα που καθόταν στην απέναντι μεριά του μικρού τραπεζιού έπαιζε για να χάσει, για να κάνει το παιχνίδι όσο πιο ενδιαφέρον γινόταν για τον ίδιον, αλλά δεν της πήρε πολύ μέχρι να καταλάβει πως αυτός ο τρόπος οδηγούσε στην εξάλειψη. Για να μην αναφέρουμε το γεγονός πως ήταν αρκετά έξυπνος για να διακρίνει το τέχνασμα, κάτι που δεν θα μπορούσε να ανεχτεί ποτέ. Η γυναίκα, εξασκώντας όλη της την τέχνη, κατάφερε να κερδίσει σχεδόν τις μισές παρτίδες. Κανείς δεν τον είχε κερδίσει τόσες πολλές φορές εδώ κι αρκετά χρόνια.
«Δικό σου το παιχνίδι», της είπε, κι η Βασίλισσα του Άντορ συγκατένευσε. Θα στεφόταν ξανά Βασίλισσα και θα το φρόντιζε ο ίδιος. Ντυμένη σε πράσινο μετάξι, με μια ψηλή δαντέλα στον γιακά της, που άγγιζε ελαφρά το πηγούνι της, φάνταζε πραγματική βασίλισσα, παρά τη στιλπνότητα του ιδρώτα πάνω στα απαλά της μάγουλα. Δεν έμοιαζε και τόσο μεγάλη για να έχει μια κόρη στην ηλικία της Ηλαίην, πόσω μάλλον έναν γιο σαν τον Γκάγουιν.
«Δεν αντιλήφθηκες πως διέκρινα την παγίδα που πήγες να μου στήσεις ήδη από την τριακοστή πρώτη σου πέτρα, Άρχοντα Νάιαλ, ενώ εσύ εξέλαβες την προσποίησή μου από την τεσσαρακοστή τρίτη πέτρα ως αληθινή επίθεση». Η έξαψη αντιφέγγιζε στα γαλάζια της μάτια. Στη Μοργκέις άρεσε να κερδίζει. Της άρεσε να παίζει για να κερδίζει.
Πρόθεσή της, φυσικά, ήταν να τον καταπραΰνει, εξ ου και το παιχνίδι με τις πέτρες καθώς κι η ευγένεια απέναντι του. Η Μοργκέις ήξερε πως μόνο κατ’ όνομα ήταν αιχμάλωτη στο Φρούριο του Φωτός, μια ιδιαίτερα κανακεμένη κρατούμενη που ζούσε μέσα στην πολυτέλεια. Και μυστική, επίσης. Ο Πέντρον είχε αφήσει επίτηδες να διαρρεύσουν διάφορες ιστορίες σχετικά με την παρουσία της, αλλά δεν προέβη σε καμιά δημόσια κι επίσημη προκήρυξη. Το Άντορ είχε μεγάλη παράδοση στην αντιμετώπιση των Τέκνων του Φωτός. Δεν θα ανακοίνωνε τίποτα, μέχρι οι λεγεώνες να κατέφθαναν στο Άντορ, με την ίδια ως «διακοσμητικό» τους ηγέτη. Η Μοργκέις το ήξερε στα σίγουρα. Το πιθανότερο ήταν ότι γνώριζε πως ο άντρας ήταν ενήμερος των προσπαθειών της να τον καταπραΰνει. Η συνθήκη που είχε υπογράψει έδινε στα Τέκνα τόσα δικαιώματα στο Άντορ όσα δεν είχαν απολαύσει πουθενά, εκτός από εδώ, στην Αμαδισία. Ο Πέντρον ανάμενε πως η γυναίκα ήδη θα είχε σχεδιάσει τον τρόπο για να απαλύνει την παρουσία του στη γη της, καθώς και τον τρόπο για να τον απομακρύνει το συντομότερο. Ο μόνος λόγος που είχε υπογράψει ήταν επειδή την είχε στριμώξει. Ωστόσο, ακόμα και με την πλάτη στον τοίχο, η επιδεξιότητα με την οποία έδωσε τη μάχη της ήταν εφάμιλλη με αυτή που μετακινούσε τις πέτρες πάνω στον πίνακα. Για τόσο όμορφη γυναίκα, ήταν πολύ σκληρή. Ή, μάλλον, ήταν απλώς σκληρή. Τίποτε άλλο. Αφέθηκε να πιαστεί στη φάκα μόνο και μόνο για την ηδονή του παιχνιδιού, αλλά ο Πέντρον δεν θεωρούσε το γεγονός αποτυχία από τη στιγμή που του χάριζε τόσο ευχάριστες στιγμές.
Αν ήταν είκοσι χρόνια νεότερος, ίσως να συμμετείχε περισσότερο στο πραγματικό της παιχνίδι. Όλα αυτά τα χρόνια που είχε περάσει ως χήρος απλώνονταν πίσω του, κι ο Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής των Τέκνων του Φωτός δεν είχε πολύ χρόνο για να κάνει το κέφι του με τις γυναίκες. Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε πολύ χρόνο για τίποτα, παρά μόνο για να ασκεί τα καθήκοντά του ως Άρχοντας Στρατάρχης και Διοικητής. Ας ήταν είκοσι χρόνια νεότερος -εικοσιπέντε καλύτερα — κι ας μην είχε εκπαιδευτεί η Μοργκέις από τις μάγισσες της Ταρ Βάλον. Δεν ήταν δύσκολο να ξεχάσει κάτι τέτοιο, παρουσία της. Ο Λευκός Πύργος ήταν ένα καταγώγιο αμαρτίας, όπου βασίλευε η Σκιά, κι η γυναίκα είχε εντυπωσιαστεί βαθύτατα από αυτό. Ο Ράνταμ Ασουνάγουα, ο Υψηλός Εξεταστής, θα την ανέκρινε για την πολύμηνη παρουσία της στον Λευκό Πύργο και θα την κρέμαγε χωρίς καθυστέρηση, αν το επέτρεπε ο Νάιαλ. Ο άντρας αναστέναξε περίλυπος.