Выбрать главу

Ο Ραντ χαμήλωσε το κεφάλι του με αργές κινήσεις. Αρχικά, το φιλί του ήταν αδελφικό, κατευναστικό, παρηγορητικό. Μετά, όμως, έγινε πιο παθιασμένο και διόλου κατευναστικό. Ξαφνικά, τινάχτηκε και προσπάθησε να αποτραβηχτεί. «Δεν μπορώ, Μιν. Δεν έχω δικαίωμα να...»

Η κοπέλα τον άρπαξε και με τα δύο χέρια από τα μαλλιά, τράβηξε το στόμα του προς τα κάτω κι, έπειτα από λίγο, ο Ραντ έπαψε να παλεύει. Δεν ήταν σίγουρη κατά πόσον τα χέρια της άρχισαν να ξελύνουν τις δαντέλες της πουκαμίσας του ή τα δικά του της δικής της, αλλά για ένα πράγμα ήταν εντελώς σίγουρη. Αν προσπαθούσε να τη σταματήσει τώρα, θα έπαιρνε το δόρυ της Ρίαλιν και θα τον κάρφωνε πέρα για πέρα.

Βγαίνοντας από το Παλάτι του Ήλιου, η Κάντσουεϊν κοίταξε με βλέμμα εξεταστικό τις αδέσποτες Αελίτισσες, προσέχοντας έτσι ώστε να μη δώσει στόχο. Η Κόρελε με την Ντάιγκιαν ακολουθούσαν σιωπηλές. Ήξεραν καλά πως δεν ήταν φρόνιμο να την ενοχλήσουν με ψιλοκουβέντα, κάτι που δεν ίσχυε για όσες έκαναν μια ολιγοήμερη στάση στο μικρό ανάκτορο της Άριλυν πριν συνεχίσουν. Ήταν κάμποσες αδέσποτες, κι η κάθε μία τους κοιτούσε την Άες Σεντάι σαν να έβλεπε ένα κοπρόσκυλο γεμάτο ψύλλους και πληγές να λασπώνει ένα ολοκαίνουργιο χαλί. Κάποιοι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τις Άες Σεντάι με δέος ή θαυμασμό, ενώ άλλοι με φόβο και μίσος, αλλά η Κάντσουεϊν δεν είχε προσέξει ποτέ περιφρόνηση στην έκφρασή τους, ούτε καν από τους Λευκομανδίτες. Ακόμα κι έτσι όμως, ο λαός που παρήγε τόσο πολλές αδέσποτες θα είχε τη δυνατότητα να στείλει κάμποσες κοπέλες στον Πύργο.

Έπρεπε να το φροντίσουν αυτό κάποια στιγμή, όπως και το έθιμο με το Χάσμα του Χαμού, αλλά όχι τώρα. Ήταν απαραίτητη προϋπόθεση να μείνει ο αλ'Θόρ με την εντύπωση ότι η Κάντσουεϊν βρισκόταν κοντά του με δική του άδεια και να μην τον αφήσει να αντιληφθεί ότι η ίδια μπορούσε να τον κατευθύνει χωρίς αυτός να πάρει χαμπάρι τίποτα. Όπως και να έχει, οτιδήποτε παρενέβαινε στο σχέδιό της έπρεπε να τεθεί υπό έλεγχο ή να καταπολεμηθεί. Ο αλ'Θόρ δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να επηρεαστεί ή να αναστατωθεί από κάτι, και μάλιστα με λανθασμένο τρόπο. Με τίποτα.

Η λαμπερή μαύρη άμαξα περίμενε στην αυλή, πίσω από έξι υπομονετικά κι ομοιόμορφα γκρίζα άλογα. Ένας υπηρέτης τσακίστηκε να ανοίξει την πόρτα, που ήταν βαμμένη με ένα ζευγάρι ασημιών άστρων πάνω σε πρασινοκόκκινες λωρίδες, υποκλινόμενος στις τρεις τους. Το φαλακρό του κεφάλι άγγιξε σχεδόν τα γόνατά του. Φορούσε ένα πουκάμισο με μανίκια και βράκες. Από τότε που ήρθε στο Παλάτι του Ήλιου, η Κάντσουεϊν δεν είχε προσέξει κανέναν να φοράει λιβρέα, εκτός από μερικούς που ήταν ντυμένοι στα χρώματα των ρούχων του Ντομπραίν. Αναμφίβολα, οι υπηρέτες δεν ήταν σίγουροι για το τι να φορέσουν και φοβούνταν μήπως έκαναν κάποιο λάθος.

«Αν η Ελάιντα πέσει στα χέρια μου, θα τη γδάρω», είπε, καθώς η άμαξα άρχισε να κινείται. «Αυτό το τρελόπαιδο έκανε το έργο μου σχεδόν αδύνατο».

Αμέσως μετά, γέλασε τόσο απότομα, που η Ντάιγκιαν την κοίταξε χωρίς να πιστεύει στα μάτια της. Το χαμόγελο της Κόρελε πλάτυνε με προσδοκία. Καμιά τους δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε, κι η Κάντσουεϊν δεν μπήκε στον κόπο να τους εξηγήσει. Σε όλη της τη ζωή, τίποτα δεν της προσέλκυε περισσότερο το ενδιαφέρον από κάτι που θεωρείτο αδύνατον. Από την άλλη, είχαν περάσει πάνω από διακόσια εβδομήντα χρόνια από τότε που δεν κατάφερε να φέρει σε πέρας ένα έργο. Κάθε μέρα, από δω και πέρα, θα μπορούσε να είναι η τελευταία της, αλλά ο νεαρός αλ'Θόρ ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο για να τελειώσει μια ιστορία.

20

Έντομα

Η Σεβάνα παρακολουθούσε γεμάτη περιφρόνηση τις σκονισμένες της συντρόφους που ήταν καθισμένες κυκλικά στο μικρό ξέφωτο. Τα σχεδόν άφυλλα κλαριά πάνω από τα κεφάλια τους παρείχαν έναν σχετικά δροσερό ίσκιο, και το μέρος όπου ο Ραντ αλ'Θόρ είχε εξαπολύσει τον θάνατο απείχε πάνω από εκατό μίλια δυτικά. Ωστόσο, οι ματιές των άλλων γυναικών ήταν κάπως ανήσυχες και συχνά κοιτούσαν πάνω από τους ώμους τους. Δίχως τις σκηνές του ιδρώτα δεν ήταν εύκολο να καθαριστούν επαρκώς, πέρα από το να πλύνουν βιαστικά το πρόσωπο και τα χέρια τους προς το τέλος της μέρας. Οκτώ μικρές ασημένιες κούπες, όλες διαφορετικές, στέκονταν δίπλα της πάνω στα νεκρά φύλλα, καθώς και μια ασημένια κανάτα γεμάτη νερό και κάπως βαθουλωμένη από τη βιαστική υποχώρηση.