Выбрать главу

«Ή ο Καρ'α'κάρν έπαψε να μας ακολουθεί», είπε ξαφνικά, «ή δεν μπορεί να μας ξετρυπώσει. Όποιο από τα δύο κι αν ισχύει, ακούγεται ικανοποιητικό».

Κάποιες από τις υπόλοιπες αναπήδησαν ξαφνιασμένες. Το στρογγυλό πρόσωπο της Τίον χλώμιασε, κι η Μοντάρα τη χτύπησε φιλικά στον ώμο. Η Μοντάρα θα μπορούσε να είναι πολύ χαριτωμένη, αν δεν ήταν τόσο ψηλή και δεν προσπαθούσε πάντα να συμπεριφέρεται σε όλες μητρικά. Η Άλαρις ήταν αφοσιωμένη στο να ισιώνει τη φούστα που ήδη ήταν απλωμένη γύρω της, προσπαθώντας να αγνοήσει όσα δεν ήθελε να δει. Τα λεπτά χείλη της Μέιρα ήταν τραβηγμένα προς τα κάτω. Άραγε, την ενοχλούσε ο φόβος των υπολοίπων για τον Καρ'α'κάρν ή αισθανόταν η ίδια κάτι ανάλογο; Βέβαια, με το δίκιο τους φοβούνταν.

Είχαν περάσει δύο ολόκληρες μέρες από τη μάχη και λιγότερες από είκοσι χιλιάδες λόγχες είχαν ανασυνταχθεί ξανά γύρω από τη Σεβάνα. Η Θεράβα κι οι περισσότερες από τις Σοφές που βρίσκονταν στη Δύση ήταν ακόμα απούσες, συμπεριλαμβανομένων όλων όσες ήταν δεμένες μαζί της. Κάποιες από αυτές που η τύχη τους αγνοούνταν θα πρέπει να είχαν πάρει τον δρόμο για το Μαχαίρι του Σφαγέα, αλλά πόσες ακόμα δεν θα ξανάβλεπαν το φως του ήλιου; Κανείς δεν θυμόταν στο παρελθόν τέτοια σφαγή, τόσους νεκρούς σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα. Ακόμα κι οι αλγκάι'ντ'σισβάι δεν ήταν προετοιμασμένοι να χορέψουν τα δόρατα τόσο σύντομα. Υπήρχε σοβαρός λόγος να φοβούνται, αλλά δεν ήταν ανάγκη να το δείχνουν. Το καλύτερο ήταν να παρουσιάζουν απέναντι σε όλους μια εικόνα γενναιότητας και θάρρους, όπως οι υδρόβιοι.

Η Ριάλ, τουλάχιστον, έμοιαζε να το αντιλαμβάνεται αυτό. «Αν είναι να το κάνουμε, ας το κάνουμε», μουρμούρισε, άκαμπτη σχεδόν από την αμηχανία. Ήταν μέσα σε αυτές που είχαν αναπηδήσει ξαφνιασμένες.

Η Σεβάνα πήρε τον μικρό γκρίζο κύβο από το σακίδιό της και τον τοποθέτησε πάνω στα καφετιά φύλλα, στο μέσον του κύκλου. Η Σόμεριν ακούμπησε τα χέρια της πάνω στα γόνατά της κι έγειρε μπροστά για να τον εξετάσει, τόσο που κόντευε να της βγει η μπλούζα. Η μύτη της άγγιξε σχεδόν τον κύβο. Περίτεχνα σχέδια κάλυπταν κάθε του πλευρά, κι από κοντά μπορούσες να διακρίνεις μικρότερα σχέδια μέσα στα μεγαλύτερα και στο εσωτερικό τους άλλα ακόμη μικρότερα κι ούτω καθ' εξής. Πώς κατάφεραν να τα φτιάξουν τόσο μικροσκοπικά, τόσο εκλεπτυσμένα και με τόση ακρίβεια; Η Σεβάνα δεν είχε ιδέα. Κάποτε, νόμιζε πως ο κύβος δεν ήταν παρά μια πέτρα, αλλά πλέον δεν ήταν σίγουρη. Χτες, της είχε πέσει τυχαία πάνω σε κάτι βράχια χωρίς να καταστραφεί ούτε μια γραμμή από τα σκαλίσματα. Αν επρόκειτο για σκαλίσματα. Αυτό το πράγμα θα πρέπει να ήταν ένα τερ'ανγκριάλ. Ήταν σίγουρες.

«Η μικρότερη δυνατή ροή για τη Φωτιά πρέπει να αγγιχτεί ελαφρά εκεί, σε αυτό το σημείο που μοιάζει με συνεστραμμένη ημισέληνο», τους είπε, «κι άλλη μία εκεί, στην κορυφή, σε αυτό το σημάδι που μοιάζει με αστραπή». Η Σόμεριν ορθώθηκε γρήγορα.

«Και τι θα συμβεί μετά;» ρώτησε η Άλαρις, χτενίζοντας τα μαλλιά της με τα δάχτυλά της. Η κίνηση έμοιαζε αφηρημένη, αλλά η γυναίκα πάντα έβρισκε τρόπους να υπενθυμίζει σε όλες πως τα μαλλιά της ήταν μαύρα κι όχι ξανθά ή κοκκινωπά, όπως ήταν το σύνηθες.

Η Σεβάνα χαμογέλασε. Απολάμβανε ιδιαίτερα να γνωρίζει κάτι που οι άλλες αγνοούσαν. «Θα το χρησιμοποιήσω για να καλέσω τον υδρόβιο που μου το έδωσε».

«Αυτό μας το είπες ήδη», είπε η Ριάλ με φωνή ξινισμένη, ενώ η Τίον ρώτησε ορθά κοφτά: «Και πώς θα τον καλέσει αυτό το πράγμα;» Μπορεί να φοβόταν τον Ραντ αλ'Θόρ, αλλά γενικά ήταν ατρόμητη. Σίγουρα, πάντως, δεν φοβόταν τη Σεβάνα. Η Μπελίντε χάιδεψε ελαφρά τον κύβο με ένα κοκαλιάρικο δάχτυλο, έχοντας σμιχτά τα ηλιοκαμένα της φρύδια.

Διατηρώντας ήρεμα τα χαρακτηριστικά της, η Σεβάνα συγκρατήθηκε από το να ψαχουλέψει το περιδέραιό της ή να τακτοποιήσει την εσάρπα της. «Σας έχω ήδη πει όσα χρειάζεται να ξέρετε». Κατά τη γνώμη της, τους είχε πει ακόμα περισσότερα, αλλά ήταν απαραίτητο. Αλλιώς, θα επέστρεφαν όλοι πίσω μαζί με τα δόρατα και τις υπόλοιπες Σοφές, τρώγοντας μπαγιάτικο ψωμί κι αποξηραμένο κρέας. Το πιθανότερο, όμως, θα ήταν να κινηθούν ανατολικά, ανιχνεύοντας σημάδια για πιθανούς επιζώντες και παρακολουθώντας από κοντά κάθε ένδειξη καταδίωξης. Ακόμα κι αν καθυστερούσαν στην εκκίνηση, θα μπορούσαν άνετα να καλύψουν πενήντα μίλια πριν σταματήσουν. «Με τις λέξεις δεν γδέρνεις τον κάπρο, ούτε καν τον σκοτώνεις. Αν έχετε αποφασίσει να κρύβεστε όλη σας τη ζωή στα βουνά, εμπρός, πηγαίνετε. Αν όχι, οφείλετε να κάνετε αυτό που πρέπει. Εγώ, τουλάχιστον, προτίθεμαι να κάνω όσα μού αναλογούν».

Τα γαλάζια μάτια της Ριάλ την κάρφωναν απροκάλυπτα, όπως και το γκρίζο βλέμμα της Τίον. Ακόμα κι η Μοντάρα έμοιαζε να έχει αμφιβολίες, παρ' όλο που μαζί με τη Σόμεριν εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από εκείνη.