Η Σεβάνα περίμενε, επιφανειακά ήρεμη και χωρίς την παραμικρή διάθεση να τους πει κάτι άλλο ή να τις ρωτήσει. Μέσα της, όμως, η οργή κόχλαζε. Δεν ήταν δυνατόν να ηττηθεί, επειδή αυτές οι γυναίκες ήταν δειλές.
«Αν πρέπει», είπε η Ριάλ, αναστενάζοντας. Με εξαίρεση την απούσα Θεράβα, η γυναίκα αυτή συχνά πήγαινε κόντρα, αλλά η Σεβάνα έτρεφε ελπίδες για το άτομο της. Συνήθως, η αλύγιστη ραχοκοκαλιά γίνεται πιο εύπλαστη από τη στιγμή που υποχωρεί. Αυτό ίσχυε τόσο για τις γυναίκες, όσο και για τους άντρες. Η Ριάλ κι οι υπόλοιπες έστρεψαν τη ματιά τους προς το μέρος του κύβου συνοφρυωμένες.
Η Σεβάνα δεν είδε τίποτα, φυσικά. Στην ουσία, συνειδητοποίησε πως, αν δεν έκαναν τίποτα, θα υποστήριζαν πως ο κύβος δεν είχε λειτούργησε, κι η ίδια δεν θα μάθαινε ποτέ τι δεν πήγε καλά.
Ξαφνικά, όμως, η Σόμεριν άφησε μια άναρθρη κραυγή κι η Μέιρα είπε σχεδόν ψιθυριστά: «Κοιτάξτε, αντλεί κι άλλη». Έδειξε με το δάχτυλό της. «Να η Φωτιά, εκεί κι εκεί, κι η Γη κι ο Αέρας και το Πνεύμα γεμίζουν τα ρείθρα».
«Όχι όλα μαζί», απάντησε η Μπελίντε. «Νομίζω πως υπάρχουν κι άλλοι τρόποι για να γεμίσουν. Υπάρχουν μέρη όπου οι ροές... συστρέφονται... γύρω από κάτι που δεν υπάρχει». Ρυτίδες φάνηκαν στο μέτωπό της. «Πιστεύω πως αντλεί από την αρσενική πλευρά».
Κάμποσες από τις παριστάμενες έκαναν πίσω, μετακινώντας τις εσάρπες τους και τινάζοντας τις φούστες τους, λες κι ήθελαν να διώξουν τη σκόνη. Και τι δεν θα έδινε η Σεβάνα για να δει. Σχεδόν τα πάντα. Πώς ήταν δυνατόν να είναι τόσο δειλές; Πώς μπορούσαν να αφήνουν να φανεί τόσο ξεδιάντροπα κάτι τέτοιο;
Τελικά, η Μοντάρα είπε: «Αναρωτιέμαι τι θα συμβεί αν το αγγίξουμε με τη Φωτιά σε κάποιο άλλο σημείο».
«Υπερφορτώστε με ενέργεια ή με λανθασμένο τρόπο το κουτί της επίκλησης κι αυτό θα λιώσει», ακούστηκε από κάπου μια αντρική φωνή. «Θα μπορούσε ακόμα και να...»
Η φωνή σταμάτησε καθώς οι γυναίκες πετάχτηκαν επάνω, προσπαθώντας να διακρίνουν κάτι ανάμεσα στα δέντρα. Η Άλαρις κι η Μοντάρα έφθασαν στο σημείο να τραβήξουν τα μαχαίρια από τις ζώνες τους, αν και δεν είχαν ανάγκη την προστασία του ατσαλιού όταν χρησιμοποιούσαν τη Μία Δύναμη. Τίποτα δεν κινούνταν ανάμεσα στις αυλακωμένες από τις ακτίνες του ήλιου σκιές, ούτε καν πουλί.
Η Σεβάνα δεν κινήθηκε καθόλου. Είχε πιστέψει περίπου το ένα τρίτο απ' όσα τής είχε πει ο υδρόβιος, αν κι όχι αυτό που μόλις είχε λεχθεί. Αναγνώρισε τη φωνή του Κάνταρ. Οι κάτοικοι των υδατοχωρών διέθεταν ανέκαθεν περισσότερα από ένα ονόματα, αλλά εκείνη γνώριζε μόνο αυτό. Υπέθεσε πως ο άντρας έκρυβε κάμποσα μυστικά. «Στις θέσεις σας», τις διέταξε. «Τοποθετήστε τις ροές στα σημεία που βρίσκονταν. Πώς είναι δυνατόν να τον καλέσω, αν φοβάστε τα λόγια;»
Η Ριάλ στράφηκε να κοιτάξει τριγύρω, με το στόμα ανοικτό και ματιά δύσπιστη. Αναμφίβολα, αναρωτιόταν πως ήταν δυνατόν να ξέρει η γυναίκα ότι είχαν σταματήσει τη διαβίβαση. Μάλλον δεν είχε ξεκάθαρο μυαλό. Αργά κι αμήχανα ξαναέφτιαξαν τον κύκλο, με τη Ριάλ να μοιάζει πιο βαριεστημένη από κάθε άλλη.
«Να 'μαστέ πάλι, λοιπόν», ακούστηκε και πάλι η φωνή του Κάνταρ από κάποιο απροσδιόριστο σημείο. «Έχετε τον αλ'Θόρ;»
Υπήρχε κάτι στη φωνή του που έμοιαζε με προειδοποίηση. Δεν μπορούσε να γνώριζε κάτι, ωστόσο έμοιαζε να ξέρει. Ήταν έτοιμη να απαντήσει, αλλά δεν το έκανε. «Όχι, Κάνταρ. Όμως πρέπει να μιλήσουμε. Θα σε δω σε δέκα μέρες στο σημείο που πρωτοσυναντηθήκαμε». Μπορούσε κάλλιστα να φθάσει πολύ νωρίτερα σε εκείνη την κοιλάδα, στο Μαχαίρι του Σφαγέα, αλλά ήθελε να έχει χρόνο μπροστά της για να προετοιμαστεί. Πώς ήταν δυνατόν να το ξέρει ο άντρας;
«Έκανες καλά που είπες την αλήθεια, κορίτσι μου», μουρμούρισε ξερά ο Κάνταρ. «Σύντομα θα μάθεις πως δεν μου αρέσουν καθόλου οι ψευτιές. Προσδιόρισέ μου ακριβώς το σημείο, και θα έρθω».
Η Σεβάνα κοίταξε τον κύβο σοκαρισμένη. Κορίτσι μου; «Τι είπες;» ρώτησε απαιτητικά. Κορίτσι μου! Δεν πίστευε στα αυτιά της. Η Ριάλ απαξίωσε να κοιτάξει προς το μέρος της, ενώ το στόμα της Μέιρα είχε συστραφεί σε ένα χαμόγελο, αμήχανο βέβαια, μια και δεν το συνήθιζε.
Ο αναστεναγμός του Κάνταρ ακούστηκε σε όλο το ξέφωτο. «Πείτε στη Σοφή σας να συνεχίσει να κάνει αυτό που κάνει -και τίποτε άλλο- κι εγώ θα έρθω να σε συναντήσω». Ο τόνος της φωνής του έκρυβε μια τόσο βεβιασμένη υπομονή που έμοιαζε τριζάτος, λες και παραγόταν από αλεστική μηχανή. Όταν η γυναίκα θα έπαιρνε αυτό που ήθελε από τον υδρόβιο, θα τον έντυνε στα λευκά τού γκαϊ'σάιν ή μάλλον στα μαύρα!
«Τι εννοείς όταν λες ότι θα έρθεις, Κάνταρ;» Καμία απάντηση. «Πού είσαι, Κάνταρ;» Σιωπή. «Κάνταρ;»
Οι υπόλοιπες αντάλλαξαν ανήσυχες ματιές.