Выбрать главу

«Μήπως είναι τρελός;» είπε η Τίον. Η Άλαρις μουρμούρισε πως μάλλον αυτή ήταν η εξήγηση, ενώ η Μπελίντε, θυμωμένη, απαίτησε να μάθει πόσο θα τραβούσε ακόμα αυτή η ανοησία.

«Μέχρι να πω εγώ ότι πρέπει να σταματήσει», αποκρίθηκε η Σεβάνα μαλακά, κοιτώντας με έντονο βλέμμα τον κύβο. Ένα τσίμπημα ελπίδας φούντωσε στο στήθος της. Αν ο άντρας μπορούσε να κάνει αυτό, σίγουρα θα ήταν σε θέση να τηρήσει την υπόσχεση του. Ίσως δεν... Αλλά ας μην έτρεφε πολλές ελπίδες. Κοίταξε ψηλά, στα κλωνάρια που έμοιαζαν να μπλέκονται το ένα με το άλλο πάνω από το ξέφωτο. Ο ήλιος είχε δρόμο ακόμη για να φτάσει στο ζενίθ. «Αν δεν έρθει μέχρι το μεσημέρι, θα φύγουμε». Δεν περίμενε ότι δεν θα γκρίνιαζαν.

«Και θα κάτσουμε εδώ, σαν ξόανα;» Η Άλαρις τίναξε το κεφάλι της, ώστε όλα τα μαλλιά της να πέφτουν στον έναν ώμο. «Περιμένοντας έναν υδρόβιο;»

«Ό,τι και να σου έχει υποσχεθεί, Σεβάνα», είπε η Ριάλ κατσουφιασμένη, «δεν νομίζω πως αξίζει τον κόπο».

«Είναι παρανοϊκός», γρύλισε η Τίον.

Η Μοντάρα ένευσε προς το μέρος του κύβου. «Κι αν μας ακούει ακόμα;»

Η Τίον ρουθούνισε απαξιωμένα κι η Σόμεριν είπε: «Και γιατί να μας νοιάζει, αν ένας άντρας ακούει όσα λέμε; Πάντως, δεν θεωρώ κι ό,τι καλύτερο να τον περιμένω».

«Κι αν είναι σαν εκείνους τους μαυροντυμένους από τις υδατοχώρες;» Η Μπελίντε σούφρωσε τα χείλη της, κάνοντάς τα να μοιάζουν με της Μέιρα.

«Μη γίνεσαι γελοία», σάρκασε η Άλαρις. «Οι υδρόβιοι τούς σκοτώνουν αυτούς τους τύπους εν ριπή οφθαλμού. Ό,τι κι αν ισχυρίζεται ένας αλγκάι'ντ'σισβάι, όλα αυτά είναι δουλειά των Άες Σεντάι και του Ραντ αλ'Θόρ». Το τελευταίο όνομα είχε ως αποτέλεσμα μια επώδυνη σιωπή, η οποία όμως δεν κράτησε πολύ.

«Ο Κάνταρ θα πρέπει να έχει επίσης έναν παρόμοιο κύβο», είπε η Μπελίντε. «Θα πρέπει να έχει και μια γυναίκα με το ανάλογο χάρισμα, ώστε να τον κάνει να λειτουργήσει».

«Μια Άες Σεντάι;» Ένας ήχος αηδίας βγήκε από τον λαιμό της Ριάλ. «Ακόμα και δέκα Άες Σεντάι να βρίσκονται μαζί του, ας κοπιάσουν. Θα τις περιποιηθούμε όπως τους αξίζει».

Η Μέιρα γέλασε με έναν ήχο ξερό και τραχύ, όπως το πρόσωπό της. «Μου φαίνεται πως αρχίζεις να πιστεύεις ότι αυτοί σκότωσαν την Ντεσαίν».

«Πρόσεχε τα λόγια σου!» γρύλισε η Ριάλ.

«Ναι», μουρμούρισε ανήσυχα η Σόμεριν. «Τα απρόσεκτα λόγια μπορεί να ακουστούν από τα λάθος αυτιά».

Το γέλιο της Τίον ήταν κοφτό και μάλλον δυσάρεστο. «Οι περισσότερες από εσάς διαθέτουν λιγότερο κουράγιο από έναν υδρόβιο». Τα λόγια της προκάλεσαν τη γρήγορη αντίδραση της Σόμεριν, όπως και της Μοντάρα, ενώ η Μέιρα ξεστόμισε λόγια που θα θεωρούνταν προκλητικά, αν δεν ήταν Σοφές. Η Άλαρις κι η Μπελίντε άρχισαν να βρίζουν.

Η λογομαχία τους νευρίασε τη Σεβάνα, αν κι ήταν εγγύηση πως δεν συνωμοτούσαν εναντίον της. Δεν ήταν, όμως, αυτός ο λόγος που σήκωσε το χέρι της, κάνοντάς τες να σιωπήσουν. Η Ριάλ την κοίταξε συνοφρυωμένη, ανοίγοντας το στόμα της να πει κάτι, αλλά εκείνη τη στιγμή όλες τους άκουσαν αυτό που άκουσε κι εκείνη. Κάτι θρόισε πάνω στα νεκρά φύλλα, ανάμεσα στα δέντρα. Κανένας Αελίτης δεν θα έκανε τόσο θόρυβο, ακόμα κι αν τολμούσε να πλησιάσει απρόσκλητος τις Σοφές, και κανένα ζώο δεν θα προσέγγιζε τόσο πολύ τους ανθρώπους. Αυτή τη φορά σηκώθηκε όρθια μαζί με τις υπόλοιπες.

Δύο μορφές εμφανίστηκαν, ένας άντρας και μια γυναίκα. Τα κλωνάρια έσπαζαν με τέτοιο θόρυβο κάτω από τα πόδια τους, ώστε θα τους άκουγε ακόμα και μια πέτρα. Λίγο πριν βγουν στο ξέφωτο σταμάτησαν, κι ο άντρας έγειρε ελαφρά το κεφάλι του για να πει κάτι στη γυναίκα. Ήταν ο Κάνταρ που φορούσε ένα σχεδόν μαύρο πανωφόρι με δαντέλες στον λαιμό και τους καρπούς του. Αν μη τι άλλο, δεν φαινόταν να έχει κάποιο ξίφος. Φάνηκε να φιλονικούν για λίγο. Λογικά, η Σεβάνα θα μπορούσε να ακούσει κάτι από αυτά που έλεγαν, ωστόσο η σιωπή ήταν καταλυτική. Ο Κάνταρ ήταν σχεδόν μια παλάμη ψηλότερος από τη Μοντάρα -αρκετά ψηλός για υδρόβιος, ακόμα και για Αελίτης- ενώ το κεφάλι της γυναίκας ίσα-ίσα που του έφτανε στο στήθος. Το πρόσωπό της και τα μαλλιά της ήταν σκούρα όπως κι εκείνου κι ήταν αρκετά όμορφη, τόσο ώστε να αναγκάσει τη Σεβάνα να σουφρώσει τα χείλη της. Φορούσε ένα άλικο μεταξωτό φόρεμα, που αναδείκνυε μεγάλο μέρος τους στήθους της, περισσότερο απ' αυτό που φανέρωνε η Σόμεριν.

Λες και διάβασε τη σκέψη της, η Σόμεριν πλησίασε τη Σεβάνα. «Η γυναίκα έχει το χάρισμα», ψιθύρισε χωρίς να πάρει τα μάτια της από το ζευγάρι. «Υφαίνει έναν φραγμό». Σούφρωσε τα χείλη της και πρόσθεσε, κάπως απρόθυμα: «Είναι δυνατή. Πολύ δυνατή». Τα λόγια της σήμαιναν πολλά. Η Σεβάνα δεν είχε καταλάβει ποτέ γιατί η ικανότητα στη Δύναμη δεν μετρούσε τόσο ανάμεσα στις Σοφές, μολονότι ένιωθε ευγνώμων γι’ αυτό, αφού συνέφερε την ίδια. Η Σόμεριν, όμως, πάντα καμάρωνε πως δεν είχε συναντήσει ποτέ γυναίκα τόσο ισχυρή όσο η ίδια. Από τον τόνο της φωνής της, η Σεβάνα υποψιάστηκε πως αυτή εδώ η γυναίκα ήταν ακόμα ισχυρότερη.