Выбрать главу

Ωστόσο, ελάχιστα την ενδιέφερε κατά πόσον είχε την ικανότητα να μετακινήσει ένα ολόκληρο βουνό ή να ανάψει μετά βίας ένα κερί. Θα πρέπει να ήταν Άες Σεντάι. Εμφανισιακά, βέβαια, δεν έμοιαζε, αλλά η Σεβάνα είχε δει κι άλλες που δεν έμοιαζαν. Να με ποιον τρόπο θα έβαζε χέρι στο τερ'ανγκριάλ ο Κάνταρ. Να πώς θα τις έβρισκε και θα ερχόταν να τις συναντήσει. Τόσο γρήγορα· τόσο απλά. Οι πιθανότητες άρχισαν να ξεδιπλώνονται κι οι ελπίδες αυξήθηκαν. Ποιος διαφέντευε όμως, αυτός ή αυτή;

«Σταματήστε να διαβιβάζετε», πρόσταξε η Σεβάνα. Ίσως ο άντρας να την άκουσε.

Η Ριάλ την κοίταξε με έναν τρόπο που δεν διέφερε πολύ από οίκτο. «Η Σόμεριν το έκανε ήδη, Σεβάνα».

Τίποτα δεν ήταν ικανό να χαλάσει τη διάθεσή της. Χαμογέλασε κι είπε. «Πολύ καλά. Να θυμάστε όσα είπα. Αφήστε να μιλήσω εγώ». Οι περισσότερες ένευσαν καταφατικά και μόνο η Ριάλ ρουθούνισε περιφρονητικά. Η Σεβάνα εξακολούθησε να χαμογελά. Μια Σοφή δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει γκαϊ'σάιν, αλλά υπήρχαν τόσα παλαιωμένα έθιμα που είχαν ήδη καταπατηθεί, ώστε σίγουρα θα ακολουθούσαν κι άλλα.

Ο Κάνταρ με τη γυναίκα έκαναν ένα βήμα μπροστά, κι η Σόμεριν ψιθύρισε ξανά. «Η γυναίκα εξακολουθεί να κρατάει τη Δύναμη».

«Κάτσε πλάι μου», της είπε βιαστικά η Σεβάνα. «Αν διαβιβάσει, άγγιξέ με στο πόδι». Αυτό ήταν μεγάλη αναίδεια, αλλά κάτι θα ήξερε.

Κάθισε ανακούρκουδα κι οι άλλες τη μιμήθηκαν, αφήνοντας χώρο για τον Κάνταρ και τη γυναίκα. Η Σόμεριν κάθισε δίπλα τους, έτσι που τα γόνατά τους αγγίζονταν, ενώ η Σεβάνα ευχήθηκε να είχε μια καρέκλα.

«Σε βλέπω, Κάνταρ», του είπε τυπικά, παρά την προσβολή εκ μέρους του. «Εσύ κι η γυναίκα σου μπορείτε να καθίσετε».

Ήθελε να δει πώς αντιδρά μια Άες Σεντάι, αλλά το μόνο που έκανε η σύντροφος του υδρόβιου ήταν να ανασηκώσει το ένα της φρύδι και να χαμογελάσει τεμπέλικα. Τα μάτια της ήταν μαύρα σαν τα δικά του, μαύρα σαν του κόρακα. Οι υπόλοιπες Σοφές απέπνεαν κάποια ψυχρότητα. Αν οι Άες Σεντάι στα πηγάδια δεν είχαν επιτρέψει στον Ραντ αλ'Θόρ να ελευθερωθεί, θα τους σκότωναν ή θα τους συλλάμβαναν όλους. Η συγκεκριμένη Άες Σεντάι θα πρέπει να ήταν ενήμερη του γεγονότος, μια κι ο Κάνταρ ήξερε πολύ καλά τι είχε συμβεί, μα κάθε άλλο παρά φοβισμένη φαινόταν.

«Από δω η Μαΐσια», είπε ο Κάνταρ, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση μέχρι το έδαφος, στον μικρό χώρο που είχε στη διάθεσή του. Για κάποιον λόγο, δεν ήθελε να πλησιάσει σε απόσταση μικρότερη από το άπλωμα ενός χεριού. Ίσως να φοβόταν τα μαχαίρια. «Σου είπα να χρησιμοποιήσεις μία και μόνο Σοφή, Σεβάνα, όχι έξι. Μπορεί μερικοί άντρες να είναι καχύποπτοι». Για κάποιον λόγο, έμοιαζε να το διασκεδάζει.

Η γυναίκα, η Μαΐσια, σταμάτησε απότομα να τακτοποιεί τη φούστα της, τη στιγμή που ο άντρας τη σύστηνε, και τον κοίταξε με τέτοια οργή, που θα μπορούσε να τον γδάρει. Ίσως ήθελε να κρατήσει μυστική την ταυτότητά της. Πάντως, δεν είπε τίποτα. Ένα λεπτό αργότερα, κάθισε δίπλα του. Το χαμόγελο επέστρεψε στο πρόσωπό της, τόσο ξαφνικά σαν να μην είχε φύγει ποτέ. Όχι για πρώτη φορά, η Σεβάνα ένιωσε ευγνώμων που οι υδρόβιοι άφηναν εύκολα να φανούν τα συναισθήματά τους.

«Έχει φέρει το αντικείμενο που μπορεί να ελέγξει τον Ραντ αλ'Θόρ;» Δεν έριξε ούτε ματιά στην κανάτα με το νερό. Από τη στιγμή που εκείνος συμπεριφερόταν με τόση αγένεια, γιατί να συνέχιζε η ίδια τις τυπικότητες; Δεν θυμόταν να ήταν έτσι όταν πρωτοσυναντήθηκαν. Ίσως τον ενθάρρυναν οι Άες Σεντάι.

Ο Κάνταρ την κοίταξε με απορημένο βλέμμα. «Γιατί να το φέρω, αφού δεν τον έχεις;»

«Θα τον έχω», απάντησε η γυναίκα κοφτά, κι αυτός χαμογέλασε. Το ίδιο κι η Μαΐσια.

«Όταν τον έχεις, τότε θα το φέρω». Το χαμόγελό του εκδήλωνε αμφιβολία και δυσπιστία, ενώ της γυναίκας ξεχείλιζε από ειρωνεία. Μάλλον θα ταίριαζε και σ' εκείνη ένας μαύρος μανδύας. «Αυτό που έχω στη διάθεσή μου μπορεί να τον ελέγξει μόλις αιχμαλωτιστεί, αλλά δεν μπορεί να τον υποτάξει. Δεν θα ρισκάρω να ανακαλύψει ποιος είμαι, μέχρις ότου βεβαιωθώ πως τον έχεις πιάσει». Δεν έμοιαζε να ντρέπεται ούτε στο ελάχιστο γι' αυτήν την παραδοχή.

Η Σεβάνα κατέπνιξε μια σουβλιά απογοήτευσης. Μπορεί να χάθηκε μια ελπίδα, αλλά οι υπόλοιπες παρέμεναν. Η Ριάλ με την Τίον σταύρωσαν τα χέρια τους, κοιτώντας ευθεία μπροστά, πέρα από τον κύκλο, πέρα από τον ίδιο τον άντρα. Δεν είχε πια μεγάλη σημασία αν πρόσεχαν τα λόγια του. Φυσικά, δεν ήξεραν τα πάντα.

«Κι οι Άες Σεντάι; Μπορεί να τις ελέγξει αυτό το πράγμα;» Η Ριάλ κι η Τίον έπαψαν να κοιτάζουν πέρα από τα δέντρα. Τα φρύδια της Μπελίντε συσπάστηκαν κι η Μέιρα την κοίταξε, ενώ η Σεβάνα αναθεμάτισε την έλλειψη αυτοελέγχου τους.