Выбрать главу

Ο Κάνταρ, όμως, ήταν εξίσου τυφλός με όλους τους άλλους υδρόβιους. Τίναξε πίσω το κεφάλι του και γέλασε βροντερά. «Θες να πεις ότι μπορεί να χάσατε τον αλ'Θόρ, αλλά συλλάβατε Άες Σεντάι; Σημαδεύατε τον αετό και πιάσατε κορυδαλλό!»

«Μπορείς να μας εξασφαλίσεις το ίδιο αντικείμενο για τις Άες Σεντάι;» Επιθυμούσε όσο τίποτα άλλο να του τρίξει τα δόντια. Σίγουρα ήταν πιο ευγενικός στο παρελθόν.

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους του. «Ίσως. Είναι θέμα κόστους». Γι’ αυτόν ήταν παιχνιδάκι. Η Μαΐσια, πάντως, δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον. Παράξενο, αν ήταν Άες Σεντάι. Αφού πιθανότατα ήταν.

«Προσπαθείς να εντυπωσιάσεις με λόγια του αέρα, υδρόβιε», είπε ξερά η Τίον. «Έχεις κάποια απόδειξη για όσα λες;» Για μια φορά, η Σεβάνα δεν νοιάστηκε που η γυναίκα είχε βιαστεί να μιλήσει.

Το πρόσωπο του Κάνταρ σκοτείνιασε, λες κι ήταν αρχηγός φατρίας και τον είχαν προσβάλει, αλλά ένα λεπτό αργότερα χαμογέλασε ξανά. «Όπως επιθυμείς. Μαΐσια, ενεργοποίησε το κουτί της επίκλησης, για να δουν».

Η Σόμεριν ίσιωσε τη φούστα της, πιέζοντας τις αρθρώσεις των δαχτύλων της πάνω στον γοφό της Σεβάνα καθώς ο γκρίζος κύβος ανασηκώθηκε κατά ένα βήμα στον αέρα. Αναπηδούσε πάνω κάτω, λες και τον ταρακουνούσε κάποιο χέρι, κι έπειτα, γέρνοντας από τη μια μεριά, πετάχτηκε σε μια γωνία κι άρχισε να στριφογυρίζει γρήγορα σαν σβούρα, μέχρι που η εικόνα του θόλωσε.

«Μήπως θα ήθελες να τον ισορροπήσει στη μύτη της;» ρώτησε ο Κάνταρ με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Με μάτια μισόκλειστα, η σκουρόχρωμη γυναίκα κοιτούσε ευθεία μπροστά· το χαμόγελο της πλέον ήταν εμφανώς βεβιασμένο. «Νομίζω πως η επίδειξη ήταν αρκετά ικανοποιητική, Κάνταρ», είπε παγερά. Ωστόσο, ο κύβος -ή κουτί της επίκλησης- εξακολουθούσε να στριφογυρίζει.

Η Σεβάνα μέτρησε αργά μέχρι το είκοσι πριν πει «Αρκετά».

«Μπορείς να σταματήσεις τώρα, Μαΐσια», είπε ο Κάνταρ. «Βάλ' το πίσω, στη θέση του». Ο κύβος κατέβηκε αργά και φώλιασε απαλά στο αρχικό του σημείο. Η γυναίκα, αν και σκουρόχρωμη, φάνταζε ωχρή κι έξαλλη.

Αν ήταν μοναχή της, η Σεβάνα θα γελούσε και θα χόρευε. Υπό τις παρούσες συνθήκες όμως, δυσκολευόταν να διατηρήσει ένα ήρεμο παρουσιαστικό. Η Ριάλ κι οι υπόλοιπες ήταν πολύ απασχολημένες με το να κοιτάζουν περιφρονητικά τη Μαΐσια χωρίς να προσέχουν τι γίνεται γύρω τους. Οτιδήποτε λειτουργούσε για μια γυναίκα με το χάρισμα, λειτουργούσε και για οποιαδήποτε άλλη. Η Σόμεριν με τη Μοντάρα δεν είχαν καμιά ανάγκη, αλλά η Ριάλ με τη Θεράβα... Δεν έμοιαζε ιδιαίτερα ανυπόμονη, αφού οι υπόλοιπες ήξεραν ότι δεν υπήρχαν κρατούμενες Άες Σεντάι.

«Βέβαια», συνέχισε ο Κάνταρ, «θα πάρει λίγο χρόνο μέχρι να σου προμηθεύσω αυτό που θέλεις». Πάσχισε να κρύψει την πονηριά που χρωμάτισε αμέσως το βλέμμα του. Ίσως ένας άλλος υδρόβιος να μην παρατηρούσε τίποτα. «Σε προειδοποιώ, όμως, ότι το κόστος θα είναι απαγορευτικό».

Παρά την πρόθεσή της, η Σεβάνα έγειρε μπροστά. «Και με ποιον τρόπο ταξίδεψες εδώ τόσο γρήγορα; Πόσα θέλεις για να την κάνεις να μας διδάξει;» Πάσχιζε να συγκρατήσει την ανυπομονησία στη φωνή της, αλλά φοβόταν πως η περιφρόνηση που ένιωθε αναδιδόταν. Οι υδρόβιοι θα έκαναν τα πάντα για χρυσάφι.

Ίσως ο άντρας την άκουσε. Τα μάτια του γούρλωσαν από έκπληξη, αλλά ανέκτησε τον αυτοέλεγχό του. Κοίταξε εξεταστικά τα χέρια του και σούφρωσε ελαφρά τα χείλη του. Γιατί, άραγε, το χαμόγελο του έδειχνε πως ήταν ευχαριστημένος; «Δεν είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει», είπε με φωνή απαλή όσο κι οι παλάμες του. «Όχι με δική της πρωτοβουλία, τουλάχιστον. Είναι όπως το κουτί της επίκλησης. Μπορώ να σου προμηθεύσω περισσότερα από ένα, αλλά το κόστος αυξάνεται πολύ. Αμφιβάλλω αν αυτά που έμαθες από την Καιρχίν είναι αρκετά. Ευτυχώς, μπορείς να κάνεις χρήση των... ταξιδιωτικών κουτιών για να οδηγήσεις τον λαό σου σε πιο εύπορες περιοχές».

Ακόμα κι η Μέιρα ζοριζόταν για να μη φανεί η υπερβολική απληστία στην έκφραση του προσώπου της. Πιο εύπορες περιοχές, και μάλιστα χωρίς να υπάρχει ανάγκη να περάσουν μέσα από αυτούς τους τρελαμένους ακόλουθους του Ραντ αλ'Θόρ.

«Πες μου κι άλλα», είπε η Σεβάνα ψυχρά. «Οι πιο εύπορες περιοχές μπορεί να κρύβουν μεγάλο ενδιαφέρον». Αυτό, όμως, δεν ήταν αρκετό για να ξεχάσει τον Καρ'α'κάρν. Ο Κάνταρ θα της έδινε όσα της είχε υποσχεθεί προτού εκείνη τον ανακήρυσσε ντα'τσάνγκ. Φαίνεται πως του άρεσε να φοράει μαύρα. Ίσως, μάλιστα, να μην ήταν απαραίτητο τελικά να του δώσει χρυσάφι. Ο παρατηρητής γλίστρησε σαν φάντασμα ανάμεσα από τα δέντρα, εντελώς αθόρυβα. Ήταν απίθανο τι μπορούσες να μάθεις με ένα κουτί επίκλησης, ειδικά σε έναν κόσμο που, όπως φαίνεται, υπήρχαν μόνο άλλα δύο. Δεν ήταν δύσκολο να ακολουθήσει αυτό το κόκκινο φόρεμα, κι οι υπόλοιποι ούτε καν κοίταξαν πίσω να δουν αν τους είχε πάρει στο κατόπι κάποιος από τους αυτοαποκαλούμενους Αελίτες. Η Γκρένταλ δεν είχε βγάλει από πάνω της τη Μάσκα των Κατόπτρων, που έκρυβε την αληθινή της μορφή, αλλά ο Σαμαήλ είχε αφαιρέσει τη δική του, αφήνοντας να φανούν ξανά τα χρυσαφένια γένια του. Ήταν κάτι παραπάνω από ένα κεφάλι ψηλότερός της. Είχε αφήσει τον σύνδεσμο ανάμεσά τους να διαλυθεί. Ο παρατηρητής αναρωτήθηκε κατά πόσον ήταν συνετό κάτι τέτοιο, υπό τις δεδομένες συνθήκες. Ανέκαθεν αναρωτιόταν αν όλη αυτή η γενναιότητα για την οποία καυχιόταν ο Σαμαήλ δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά συγκαλυμμένη κουταμάρα κι εθελοτυφλία. Ωστόσο, αυτός ο άνθρωπος όντως κατείχε το σαϊντίν. Ίσως να μην αγνοούσε τελείως τον κίνδυνο που ελλόχευε.