Η πύλη που άνοιξε σιωπηλά, κόβοντας ένα δέντρο στη μέση, έκανε την Γκρένταλ να αναπηδήσει ξαφνιασμένη. Ο κομμένος κορμός έγερνε σαν μεθύστακας. Τώρα, ήξερε κι η ίδια πως ο Σαμαήλ είχε πρόσβαση στην Πηγή.
«Πίστεψες πως τους έλεγα την αλήθεια;» ρώτησε χλευαστικά ο Σαμαήλ. «Μια μικρή αύξηση στο χάος είναι εξίσου σημαντική με μια μεγάλη. Θα πάνε όπου τις στείλω, θα κάνουν αυτό που θέλω εγώ, και θα μάθουν να είναι ικανοποιημένες με όσα τους προσφέρω. Όπως κι εσύ, Μαΐσια».
Η Γκρένταλ άφησε την Ψευδαίσθηση να ξεθωριάσει κι έγινε πάλι χρυσομαλλούσα όπως εκείνος, τόσο όμορφη, όσο κι όταν ήταν μελαψή πριν. «Αν με αποκαλέσεις ξανά έτσι, θα σε σκοτώσω». Η φωνή της ήταν πιο ανέκφραστη κι από το πρόσωπό της. Το εννοούσε. Ο παρατηρητής ένιωσε ένα σφίξιμο. Αν η γυναίκα προσπαθούσε, ένας από τους δύο θα πέθαινε. Μήπως έπρεπε να παρέμβει; Μαύρες κηλίδες χόρευαν μπροστά στα μάτια του, ολοένα και γρηγορότερα.
Το βλέμμα του Σαμαήλ ήταν εξίσου σκληρό όταν συνάντησε το δικό της. «Θυμήσου ποιος θα είναι Νή'μπλις, Γκρένταλ», είπε, περνώντας μέσα από την πύλη.
Για μια στιγμή, η γυναίκα απέμεινε να κοιτάζει το άνοιγμα. Μια κάθετη, ασημιά σχισμή εμφανίστηκε στη μια πλευρά, αλλά, πριν ακόμα η πύλη της αρχίσει να ευθυγραμμίζεται, παράτησε με αργές κινήσεις την ύφανση, κι η γραμμή συρρικνώθηκε σε ένα απλό σημείο προτού σβήσει εντελώς. Το μυρμήγκιασμα εξαφανίστηκε από το δέρμα του παρατηρητή καθώς η γυναίκα ελευθέρωσε το σαϊντάρ. Γεμάτη προσήλωση, ακολούθησε τον Σαμαήλ κι η πύλη του έκλεισε πίσω της.
Ο παρατηρητής χαμογέλασε στραβά, κρυμμένος πίσω από τη μάσκα με τους ιμάντες. Νή'μπλις, Αυτό εξηγούσε για ποιον λόγο η Γκρένταλ είχε συμφωνήσει και τι την εμπόδισε να σκοτώσει τον Σαμαήλ. Ακόμα κι εκείνη θα μπορούσε να τυφλωθεί από αυτό. Για τον Σαμαήλ, το ρίσκο ήταν ακόμα μεγαλύτερο από το να προέβαινε σε εκεχειρία με τον Λουζ Θέριν, πάντως. Εκτός, βέβαια, κι αν ήταν αλήθεια. Ο Μέγας Άρχοντας απολάμβανε να στρέφει τους υπηρέτες του εναντίον αλλήλων, για να διαπιστώσει ποιος ήταν ισχυρότερος. Μόνο ο πιο ισχυρός θα καρπωνόταν ένα μερίδιο της δόξας κοντά του. Οι αλήθειες τού σήμερα, όμως, δεν είναι αναγκαστικά κι οι αλήθειες του αύριο. Ο παρατηρητής είχε δει αλήθειες να αλλάζουν εκατό φορές από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, είχε επιφέρει ο ίδιος αυτές τις αλλαγές. Σκέφτηκε να πάει πίσω και να σκοτώσει τις εφτά γυναίκες που ήταν μαζεμένες στο ξέφωτο. Δεν θα ήταν δύσκολο· αμφέβαλλε αν ήξεραν πώς να σχηματίσουν έναν πραγματικό κύκλο. Οι μαύρες κηλίδες γέμισαν το οπτικό του πεδίο, σαν οριζόντια χιονοθύελλα. Όχι, θα άφηνε τα πάντα να πάρουν τον δρόμο τους. Προς το παρόν.
Ο κόσμος έμοιαζε να ουρλιάζει μέσα στα αυτιά του καθώς χρησιμοποίησε την Αληθινή Δύναμη για να ανοίξει μια μικρή τρύπα και να περάσει έξω από το Σχήμα. Ο Σαμαήλ δεν είχε ιδέα πόσο ειλικρινά είχε μιλήσει. Μια μικρή αύξηση στο χάος είναι εξίσου σημαντική με μια μεγάλη.
21
Βραδιά Σγουόβαν
Η νύχτα έπεφτε αργά πάνω από το Έμπου Νταρ κι η λάμψη των λευκών κτηρίων αντιστεκόταν στο σκοτάδι. Μικρές ομάδες και παρέες γλεντοκόπων της Βραδιάς Σγουόβαν, με μικρά κλαδάκια από αειθαλή φυτά περασμένα στα μαλλιά τους, χόρευαν στους δρόμους κάτω από μια λαμπερή σελήνη τριών τετάρτων. Μερικοί, κρατώντας κι έναν φανό καθώς χοροπηδούσαν υπό τους ήχους του φλάουτου, του τύμπανου και του κέρατος που ξεχύνονταν από τα πανδοχεία κι από τα αρχοντικά, πήγαιναν χορεύοντας από τη μια γιορτή στην άλλη. Οι δρόμοι, ωστόσο, ήταν άδειοι στο μεγαλύτερο μέρος τους. Ένα σκυλί γαύγισε από μακριά κι ένα άλλο αποκρίθηκε εξαγριωμένο, μέχρι που άφησε ένα θρηνητικό ουρλιαχτό κι έμεινε σιωπηλό.
Ισορροπώντας στις μύτες των ποδιών του, ο Ματ άκουγε, με τη ματιά του να εξερευνά τις σκιές του φεγγαριού. Μόνο μια γάτα κινήθηκε, γλιστρώντας απαρατήρητη κατά μήκος του δρόμου. Ο κοφτός ήχος γυμνών ποδιών που τρέχουν έσβησε. Προερχόταν από δύο άντρες· ο πρώτος μάλλον τρίκλιζε κι ο άλλος αιμορραγούσε. Καθώς ο Ματ έσκυψε, το πόδι του χτύπησε πάνω σε ένα ρόπαλο μεγάλο όσο το μπράτσο του, πάνω στο λιθόστρωτο. Βαριά μπρούντζινα καρφιά έλαμπαν στο σεληνόφως. Θα μπορούσαν κάλλιστα να του έχουν ανοίξει το κρανίο. Κουνώντας το κεφάλι του, σκούπισε το μαχαίρι στο κουρελιασμένο πανωφόρι του τύπου που ήταν πεσμένος στα πόδια του. Μάτια διάπλατα ανοικτά, χωμένα σε μια βρώμικη ρυτιδωμένη φάτσα, ατένιζαν τον νυχτερινό ουρανό. Κρίνοντας από το παρουσιαστικό και τη μυρωδιά του, θα πρέπει να ήταν κάποιος ζητιάνος. Ο Ματ δεν είχε ακούσει ποτέ να επιτίθενται οι ζητιάνοι στον κόσμο, αλλά ίσως οι καιροί να ήταν δυσκολότεροι απ' όσο νόμιζε. Ένας μεγάλος σάκος από γιούτα κειτόταν δίπλα σε ένα απλωμένο χέρι. Οι τύποι σίγουρα αισιοδοξούσαν πως θα έβρισκαν κάμποσα πράγματα στις τσέπες του. Ο σάκος ήταν τόσο μεγάλος, ώστε θα μπορούσε να τον καλύψει από την κορυφή μέχρι τα νύχια.