Βορεινά, πάνω από την πόλη, το φως ξεχύθηκε ξαφνικά στον ουρανό με έναν υπόκωφο θόρυβο, καθώς λαμπερές λωρίδες πράσινου χρώματος άρχισαν να διαστέλλονται μέχρι που σχημάτισαν κάτι σαν μπάλα· έπειτα ακούστηκε άλλη μια έκρηξη, με έναν καταιγισμό κόκκινων αστραποβολημάτων να διαπερνούν τις πρώτες λωρίδες· ύστερα μπλε λάμψεις· μετά κίτρινες. Ήταν τα νυχτολούλουδα των Φωτοδοτών, όχι τόσο θεαματικά όσο σε έναν ασέληνο συννεφιασμένο ουρανό, αλλά αρκετά ώστε να τον αφήσουν άφωνο. Θα μπορούσε να παρακολουθεί τα βεγγαλικά μέχρι να πέσει κάτω από την πείνα. Ο Ναλέσεν κάτι είχε πει για έναν Φωτοδότη -μα το Φως, το ίδιο πρωί δεν είχε συμβεί αυτό;- αλλά δεν ακολούθησαν περισσότερα νυχτολούλουδα. Όταν οι Φωτοδότες έκαναν τον ουρανό να ανθίζει, όπως έλεγαν, «φύτευαν» περισσότερα από τέσσερα λουλούδια. Ήταν προφανές πως κάποιος παραλής είχε αγοράσει μερικά για τη Βραδιά Σγουόβαν. Μακάρι να ήξερε ποιος ήταν. Ένας Φωτοδότης που πουλούσε νυχτολούλουδα ίσως πουλούσε κι άλλα πράγματα.
Γλιστρώντας το μαχαίρι πίσω, μέσα στο μανίκι του, πήρε το καπέλο του από το λιθόστρωτο κι απομακρύνθηκε βιαστικά. Η ηχώ από τις μπότες του ήταν κενή, όπως κι ο δρόμος. Από τα περισσότερα σφραγισμένα παράθυρα δεν έβγαινε ούτε αχτίδα φωτός. Πιθανότατα, δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο μέρος για φόνο σε όλη την πόλη. Η συμπλοκή με τους δύο ζητιάνους δεν είχε διαρκέσει πάνω από δύο λεπτά και κανείς δεν είχε δει τίποτα. Στην πόλη αυτή, θα μπορούσες να πέσεις πάνω σε τρεις, ίσως και τέσσερις, καβγάδες την ημέρα, αν δεν ήσουν προσεκτικός, αλλά το να συναντήσεις δύο συμμορίες ληστών σε μια μέρα έμοιαζε εξίσου απίθανο με το να αρνηθεί η Αστική Φρουρά να δωροδοκηθεί. Τι είχε απογίνει η τύχη του; Ας σταματούσαν, επιτέλους, αυτά τα καταραμένα ζάρια να στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι του. Ούτε έτρεχε, ούτε χασομερούσε. Το ένα του χέρι ήταν ακουμπισμένο στη λαβή, κάτω από το πανωφόρι του, κι είχε τον νου του μήπως κι αντιληφθεί κάποια κίνηση ανάμεσα στις σκιές. Ωστόσο, δεν είδε τίποτα κέρα από μερικές παρέες που γλεντοκοπούσαν στον δρόμο.
Στην κοινόχρηστη αίθουσα της Περιπλανώμενης Γυναίκας τα τραπέζια είχαν μαζευτεί, εκτός από μερικά που ακουμπούσαν στους τοίχους. Οι φλαουτίστες κι οι τυμπανιστές έπαιζαν κάποιο είδος στριγκής μουσικής για τέσσερις σειρές από παρέες που είχαν σκάσει στα γέλια και χόρευαν κάτι μεταξύ κανονικού χορού και ζίγκας. Τους παρακολούθησε για λίγο και τους μιμήθηκε. Ξενομερίτες έμποροι με φίνα μάλλινα ρούχα χοροπηδούσαν παρέα με τους ντόπιους, οι οποίοι φορούσαν χρυσοκέντητα μεταξωτά γιλέκα ή είχαν εκείνα τα άχρηστα πανωφόρια ριγμένα στους ώμους τους. Ξεχώρισε δύο από τους εμπόρους εξαιτίας του τρόπου που κινούνταν. Ο ένας ήταν λεπτοκαμωμένος ενώ ο άλλος όχι, όμως αμφότεροι είχαν την ίδια επιδεξιότητα. Αρκετές από τις ντόπιες γυναίκες ήταν ντυμένες στην τρίχα. Τα βαθιά ντεκολτέ τονίζονταν από μια μικρή δαντέλα ή από υπερβολικά κεντήματα, αλλά κανένα δεν ήταν από μετάξι. Όχι πως θα τον πείραζε να χορέψει με μια γυναίκα που θα φορούσε μεταξωτά -ποτέ του δεν αρνήθηκε χορό σε γυναίκα οποιασδήποτε ηλικίας ή θέσης— αλλά οι πλούσιες βρίσκονταν απόψε στα παλάτια ή στα σπίτια των εύπορων εμπόρων και των τοκογλύφων. Αυτοί που ήταν μαζεμένοι πλάι στους τοίχους, παίρνοντας μιαν ανάσα πριν ξεκινήσουν τον επόμενο χορό, είχαν πέσει με τα μούτρα στις κούπες τους ή άρπαζαν καινούργιες από τους δίσκους που κουβαλούσαν οι βιαστικές σερβιτόρες. Η Κυρά Ανάν θα πουλούσε μέσα σε μια νύχτα περισσότερο κρασί απ' ό,τι σε μια συνηθισμένη βδομάδα. Όπως και μπύρα. Για τον ντόπιο πληθυσμό μάλλον δεν είχε καμιά διαφορά.
Κάνοντας ακόμα ένα χορευτικό βήμα, έπιασε την Κάιρα από το χέρι, καθώς εκείνη έτρεχε βιαστικά κουβαλώντας έναν δίσκο, υψώνοντας τη φωνή του για να ακουστεί πάνω από τη μουσική. Της έκανε μερικές ερωτήσεις και τελείωσε με μια παραγγελία για το βραδινό του φαγητό, επίχρυσο ψάρι, ένα αψύ πιάτο ειδικά μαγειρεμένο από την Κυρά Ανάν. Ένας άντρας χρειαζόταν δυνάμεις για να συνεχίσει τον χορό.
Η Κάιρα έστειλε ένα λάγνο χαμόγελο προς έναν τύπο με κίτρινο γιλέκο που άρπαξε μια κούπα από τον δίσκο της αφήνοντας ένα νόμισμα, αλλά, για πρώτη φορά, φάνηκε αδιάφορη απέναντι στον Ματ. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά σούφρωσε τα χείλη της, κάνοντάς τα μια σχισμή, διόλου μικρό κατόρθωμα. «Δεν είμαι το μικρό σου κουνελάκι;» Με ένα εντυπωσιακό ρουθούνισμα συνέχισε ανυπόμονα. «Το αγόρι είναι κουκουλωμένο στο κρεβάτι του, εκεί που έπρεπε να είναι, και δεν έχω την παραμικρή ιδέα πού βρίσκονται ο Άρχοντας Ναλέσεν ή ο Χάρναν ή ο Άρχοντας Βάνιν ή οποιοσδήποτε άλλος. Η Μαγείρισσα λέει πως δεν θα φτιάξει τίποτε άλλο εκτός από σούπα και ψωμί για όσους κοντεύουν να πνιγούν μέσα στο κρασί. Πάντως, δεν μπορώ να καταλάβω για ποιον λόγο ο Άρχοντάς μου επιθυμεί επίχρυσο ψάρι, όταν στο δωμάτιό του τον περιμένει μια επίχρυση γυναίκα. Να με συμπαθάς τώρα, αλλά πρέπει να βγάλουμε και τον επιούσιο». Απομακρύνθηκε βιαστικά, προσφέροντας τον δίσκο της στους θαμώνες και χαμογελώντας πλατιά μόλις έβλεπε άντρα.