Ο Ματ την κοίταξε συνοφρυωμένος. Μια επίχρυση γυναίκα; Στο δωμάτιό του; Το κασόνι με το χρυσάφι βρισκόταν μέσα σε μια μικρή κοιλότητα, κάτω από το δάπεδο της κουζίνας, μπροστά σε κάποιον από τους φούρνους, αλλά τα ζάρια μέσα στο κεφάλι του άρχισαν ξαφνικά να ηχούν σαν κεραυνός.
Οι ήχοι του ξεφαντώματος έγιναν κάπως πιο αχνοί καθώς άρχισε με αργό βήμα να ανεβαίνει τις σκάλες. Μόλις έφθασε μπροστά από την πόρτα του σταμάτησε, ακούγοντας τον ήχο των ζαριών μέσα στο κεφάλι του. Μέσα σε μία μέρα είχαν επιχειρήσει να τον ληστέψουν δύο φορές. Δύο φορές θα μπορούσε να είχε γίνει το κρανίο του θρύψαλα. Ήταν σίγουρος πως αυτή η Σκοτεινόφιλη δεν τον είχε προσέξει, άσε που δύσκολα θα την αποκαλούσε κανείς επίχρυση, αλλά... Ψαχούλεψε τη λαβή κάτω από το πανωφόρι του και την επόμενη στιγμή απομάκρυνε το χέρι του, καθώς η εικόνα μιας γυναίκας άστραψε στο μυαλό του, μιας ψηλής γυναίκας που σωριαζόταν στο έδαφος, με τη λαβή ενός μαχαιριού να εξέχει ανάμεσα στα στήθη της. Του δικού του μαχαιριού. Φαίνεται πως η τύχη ήταν με το μέρος του. Αναστενάζοντας, άνοιξε την πόρτα.
Η Κυνηγός, που η Ηλαίην είχε μετατρέψει σε Πρόμαχό της, στράφηκε ζυγιάζοντας το άχορδο τόξο του από τους Δύο Ποταμούς. Η χρυσαφιά της πλεξούδα ήταν ριγμένη πάνω από τους ώμους της. Τα γαλανά της μάτια καρφώθηκαν σταθερά επάνω του, ενώ το πρόσωπό της ακτινοβολούσε αποφασιστικότητα. Ήταν έτοιμη να τον χτυπήσει με το τόξο, αν δεν έπαιρνε αυτό που ήθελε.
«Αν αυτό αφορά στον Όλβερ», άρχισε να λέει ο Ματ, αλλά ξαφνικά μια ανάμνηση ελίχθηκε στους λαβύρινθους της μνήμης του, μια ομίχλη που αραίωσε, αποκαλύπτοντας μια συγκεκριμένη μέρα, μια συγκεκριμένη ώρα της ζωής του.
Δεν υπήρχε καμία ελπίδα με τους Σωντσάν στη Δύση και με τους Λευκομανδίτες στην Ανατολή. Καμία ελπίδα και μόνο μία ευκαιρία. Ανασήκωσε το στριφτό Κέρας και φύσηξε, χωρίς να έχει ιδέα τι να περιμένει. Ο ήχος είχε τη χρυσή χροιά του Κέρατος κι ήταν τόσο γλυκός, που δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Η ηχώ του έκανε τον ουρανό και τη γη να τραγουδούν. Κι ενώ αυτή η ανόθευτη νότα έμεινε μετέωρη στον αέρα, μια ομίχλη από το πουθενά άρχισε να πέφτει, λεπτές τούφες αρχικά που σύντομα πύκνωσαν, φούσκωσαν κι άρχισαν να ανεβαίνουν ψηλότερα μέχρι που κάλυψαν τα πάντα, σαν συννεφιά που σκεπάζει τη γη. Αες και κατηφόριζαν βουνοπλαγιά, οι νεκροί ήρωες των μύθων άρχισαν να κατηφορίζουν από τα σύννεφα, υπακούοντας στο κάλεσμα του Κέρατος του Βαλίρ. Τους οδηγούσε ο ίδιος ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος, ψηλός και με γαμψή μύτη, και πίσω του ακολουθούσαν οι υπόλοιποι, λίγο περισσότεροι από εκατό. Τόσο λίγοι, αλλά μόνο τόσους μπορούσε να υφάνει ο Τροχός ξανά και ξανά, για να οδηγήσει το Σχήμα και να δημιουργήσει τους θρύλους και τους μύθους. Να ο Μίκελ με την Αγνή Καρδιά κι ο Σίβαν ο Κυνηγός πίσω από τη μαύρη του μάσκα. Λέγεται πως ήταν ο κήρυκας του τέλους των Εποχών, της καταστροφής όσων υπήρξαν και της γέννησης όσων πρόκειται να υπάρξουν, αυτός κι η αδελφή του η Κάλιαν, που αποκαλείται και η Αιρέτιδα, η οποία ίππευε πλάι του φορώντας την κόκκινη μάσκα. Η Αμαρέσου, με το Ξίφος του Ήλιου να λάμπει στα χέρια της, κι ο Πήντριγκ, ο μελίρρυτος ειρηνευτής, και πιο πέρα, κουβαλώντας το ασημένιο τόξο με το οποίο δεν αστοχούσε ποτέ...
Ο Ματ έκλεισε απότομα την πόρτα, προσπαθώντας να ακουμπήσει επάνω της. Αισθανόταν ζαλισμένος και σαστισμένος. «Ώστε εσύ είσαι εκείνη. Η Μπιργκίτε. Που να γίνουν στάχτη τα κόκαλά μου, πώς είναι δυνατόν; Πώς; Πώς;»
Η γυναίκα των θρύλων άφησε έναν αναστεναγμό παραίτησης κι ακούμπησε το τόξο του στη γωνία, πλάι στη λόγχη του. «Με αποτράβηξαν άκαιρα, Κρούστη του Κέρατος. Η Μογκέντιεν με παραπέταξε, αφήνοντάς με να πεθάνω και σώθηκα μόνο από τη δέσμευση της Ηλαίην». Μιλούσε αργά, κοιτώντας τον εξεταστικά, λες κι ήθελε να βεβαιωθεί πως την καταλάβαινε. «Φοβήθηκα πως ίσως θυμόσουν ποια ήμουν κάποτε».
Εξακολουθώντας να αισθάνεται σαν να τον είχαν χτυπήσει ανάμεσα στα μάτια, ο Ματ αφέθηκε να πέσει μορφάζοντας στο μπράτσο του καθίσματος, δίπλα στο τραπέζι του. Μάλιστα, ποια ήταν κάποτε... Με τις γροθιές να ακουμπούν στους γοφούς της, στάθηκε από πάνω του προκλητικά, χωρίς να διαφέρει διόλου από την Μπιργκίτε που είχε δει να ξεπηδά από τον ουρανό. Ακόμα και τα ρούχα ήταν ίδια, μολονότι αυτό το κοντό πανωφόρι ήταν κόκκινο και τα φαρδιά παντελόνια κίτρινα. «Η Ηλαίην με τη Νυνάβε το γνώριζαν, αλλά δεν μου είπαν τίποτα, έτσι δεν είναι; Κουράστηκα με όλη αυτή τη μυστικοπάθεια, Μπιργκίτε, και τα μυστικά φαίνεται ότι είναι τόσο πολλά όσοι κι οι αρουραίοι σε μια σιταποθήκη. Έγιναν, στην ψυχή και στο σώμα, Άες Σεντάι. Ακόμα κι η Νυνάβε μοιάζει σαν ξένη τώρα πια».