Η Μοργκέις διατήρησε το νικηφόρο χαμόγελο της, αν κι αυτά τα μεγάλα μάτια κοιτούσαν το πρόσωπό του εξεταστικά με μια ευφυΐα που αδυνατούσε να κρύψει. Ο Πέντρον γέμισε το κύπελλο της και το δικό του, επίσης, με κρασί από την ασημιά κανάτα που ήταν τοποθετημένη σε ένα μπολ με κρύο νερό το οποίο, λίγη ώρα πριν, ήταν κρυστάλλινα παγάκια.
«Άρχοντα Νάιαλ...» Ο δισταγμός ταίριαζε απόλυτα εκείνη τη στιγμή, καθώς το λεπτοκαμωμένο της χέρι απλώθηκε στο μισό της απόστασης προς το μέρος του. Ο τρόπος προσφώνησης έδειχνε τον πρόσθετο σεβασμό της στο πρόσωπό του. Κάποια φορά τον είχε αποκαλέσει απλώς Νάιαλ, κι η περιφρόνηση στη φωνή της ήταν χειρότερη κι από το να απευθυνόταν σε μεθυσμένο ιπποκόμο. Ο δισταγμός θα ήταν κατάλληλος, αν ο Πέντρον δεν είχε ένα μέτρο σύγκρισης απέναντί της. «Άρχοντα Νάιαλ, είμαι σίγουρη πως μπορείς να καλέσεις τον Γκάλαντ στο Άμαντορ για να τον δω. Για μια μέρα μονάχα».
«Φοβάμαι», απάντησε ο άντρας μαλακά, «πως τα καθήκοντα του Γκάλαντ τον κρατάνε στον Βορρά. Θα έπρεπε να είσαι περήφανη. Είναι ένας από τους καλύτερους νεαρούς αξιωματικούς ανάμεσα στα Τέκνα». Ο προγονός της δεν ήταν παρά ένας μοχλός, κατάλληλος να χρησιμοποιηθεί σε ώρα ανάγκης, κι η καλύτερη χρήση που μπορούσε να κάνει τώρα ήταν να τον κρατήσει μακριά. Ο νεαρός ήταν όντως καλός αξιωματικός, ίσως ο καλύτερος απ' όσους κατατάχτηκαν στα Τέκνα επί διακυβέρνησης Νάιαλ, και δεν υπήρχε λόγος να τον πιέσει και να τον αγχώσει με το να πληροφορηθεί ότι η μητέρα του βρισκόταν εδώ, «φιλοξενούμενη» κατ' όνομα μονάχα.
Ένα ελαφρύ σφίξιμο των χειλιών της, που γρήγορα χάθηκε, υποδήλωσε την απογοήτευσή της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε αιτηθεί κάτι τέτοιο, ούτε κι η τελευταία. Η Μοργκέις Τράκαντ δεν παραδιδόταν απλώς και μόνο επειδή ήταν προφανές ότι είχε ηττηθεί. «Ό,τι πεις, Άρχοντα Νάιαλ», απάντησε τόσο μειλίχια που ο άντρας κόντεψε να πνιγεί με το κρασί του. Η υποταγή ήταν καινούργια τακτική, αν και δυσκολεύτηκε αρκετά να την εφαρμόσει. «Απλώς, ως μητέρα...»
«Άρχοντα Στρατάρχη και Διοικητή», τους διέκοψε μια βαθιά, αντηχητική φωνή από την είσοδο. «Φοβάμαι πως τα μαντάτα που σου φέρνω δεν μπορούν να περιμένουν, Άρχοντά μου». Η ψηλή κορμοστασιά του Άμπντελ Ομέρνα στεκόταν κουκουλωμένη με τον κοντό λευκόχρυσο χιτώνα του Ταξιάρχη των Τέκνων του Φωτός. Το ατρόμητο πρόσωπό του πλαισίωναν λευκά φτερά τοποθετημένα στους κροτάφους του, ενώ τα σκοτεινά του μάτια ήταν βαθουλωτά και συλλογισμένα. Ήταν άφοβος κι επιβλητικός από την κορυφή μέχρι τα νύχια, όπως επίσης και κουτός, αν κι αυτό δεν το διέκρινες με την πρώτη ματιά.
Η Μοργκέις μαζεύτηκε βλέποντάς τον, μια κίνηση τόσο αδιόρατη, ώστε οι περισσότεροι άντρες ούτε καν θα την πρόσεχαν. Πίστευε, όπως κι όλοι, πως ήταν αρχικατάσκοπος για λογαριασμό των Τέκνων, ένας άντρας που προκαλούσε το φόβο όσο κι ο Ασουνάγουα, ίσως και περισσότερο. Ακόμα, όμως, κι ο Ομέρνα δεν ήξερε ότι λειτουργούσε ως κράχτης για να κρατάει τα βλέμματα μακριά από τον αληθινό αρχικατάσκοπο, έναν άντρα γνωστό μονάχα στον ίδιο τον Νάιαλ. Τον Σέμπαν Μπάλγουερ, τον ξερακιανό γραμματέα του Νάιαλ. Πάντως, ανεξάρτητα από το αν λειτουργούσε ως κράχτης, όλο και κάτι χρήσιμο περνούσε περιστασιακά από τα χέρια του Ομέρνα. Ίσως και τρομερό, κατά περίσταση. Ο Νάιαλ δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία για τα μαντάτα που έφερε ο άντρας. Μόνο η παρουσία του Ραντ αλ'Θόρ προ των πυλών θα τον ανάγκαζε να έρθει να τον βρει γεμάτος φούρια.
«Φοβάμαι πως το πρωινό μας παιχνίδι τελείωσε», είπε ο Νάιαλ στη Μοργκέις και σηκώθηκε. Έκανε μια ελαφρά υπόκλιση καθώς η γυναίκα ανασηκωνόταν, κι αυτή την ανταπέδωσε γέρνοντας το κεφάλι της μπροστά.
«Μπορεί να συνεχιστεί το απόγευμα, ίσως;» Η φωνή της είχε ακόμα αυτή την πειθήνια χροιά. «Εννοώ αν πρόκειται να δειπνήσουμε μαζί».