Выбрать главу

«Είσαι κι εσύ, όμως, κάπως κρυψίνους». Σταυρώνοντας τα χέρια της κάτω από τα στήθη της, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του. Από τον τρόπο που τον κοίταζε θα σκεφτόταν κανείς πως αποτελούσε κάτι αξιοπερίεργο. «Δεν τους είπες, για παράδειγμα, ότι έκρουσες το Κέρας του Βαλίρ. Κι αυτό νομίζω πως είναι το μικρότερο από τα μυστικά σου».

Ο Ματ βλεφάρισε. Υπέθεσε πως της το είχαν πει αυτές. Σε τελική ανάλυση, επρόκειτο για την Μπιργκίτε. «Τι είδους μυστικά έχω; Αυτές οι γυναίκες ξέρουν τα πάντα για μένα, μέχρι και τα όνειρά μου». Δεν ξεχνούσε πως είχε την Μπιργκίτε απέναντί του. Έγειρε μπροστά. «Κάνε τις να λογικευτούν. Είσαι η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο. Μπορείς να τις αναγκάσεις να σε υπακούσουν. Αυτή η πόλη κρύβει παγίδες σε κάθε στροφή και φοβάμαι πως μέρα με τη μέρα αυξάνονται οι πιθανότητες να πάθουν κακό. Ανάγκασέ τες να φύγουν πριν είναι αργά».

Η γυναίκα γέλασε. Κάλυψε με το χέρι το στόμα της και γέλασε! «Δεν τα ξέρεις καλά, Κρούστη του Κέρατος. Δεν τις εξουσιάζω. Είμαι η Πρόμαχος της Ηλαίην. Εγώ είμαι αυτή που υπακούω». Το χαμόγελό της έγινε αξιολύπητο. «Η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο. Μα την πίστη μου στο Φως, δεν είμαι καν σίγουρη πως εξακολουθώ να είμαι εκείνη η γυναίκα. Πολλά απ' όσα ήμουν και γνώριζα ξεθώριασαν σαν την ομίχλη κά-τω από τον καλοκαιρινό ήλιο από την παράξενη αναγέννησή μου και μετά. Δεν είμαι ηρωίδα πια, απλώς μια κοινή γυναίκα που πορεύεται στη μοίρα της. Όσον αφορά στα μυστικά σου... Τι γλώσσα μιλάμε, Κρούστη του Κέρατος;»

Ο Ματ άνοιξε το στόμα του να μιλήσει... αλλά δεν συνέχισε μόλις συνειδητοποίησε τι τον είχε ρωτήσει. Νοσάνε ίρο γκαβάνε ντομορακόζι, Ντιούνεν' ντ' μα’ πουρβένε; Μιλάμε ποια γλώσσα, Κρούστη του Κέρατος; Αισθάνθηκε τις τρίχες του σβέρκου του να ορθώνονται. «Το παλιό αίμα», είπε προσεκτικά, όχι στην Παλιά Γλώσσα. «Μια Άες Σεντάι μού είπε κάποτε πως το παλιό αίμα τρέχει θερμό στο... Γιατί γελάς τώρα, που να πάρει;»

«Με σένα, Ματ», κατάφερε να πει η γυναίκα χωρίς να διπλωθεί από τα γέλια. Αν μη τι άλλο, δεν μιλούσε πια την Παλιά Γλώσσα. Σκούπισε ένα δάκρυ από την άκρη του ματιού της. «Μερικοί λένε λίγες λέξεις, μια ή δυο φράσεις ίσως, εξαιτίας του παλιού αίματος. Συνήθως δεν καταλαβαίνουν τι λένε. Εσύ, όμως... Από τη μια μιλάς σαν Υψηλός Πρίγκιπας του Έχαρον κι από την άλλη σαν τον Πρώτο Άρχοντα της Μανέθερεν, με τέλεια προφορά και διάλεκτο. Όχι, μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να προδώσω το μυστικό σου». Δίστασε για λίγο. «Ούτε κι εσύ το δικό μου φαντάζομαι, ε;»

Ο Ματ κούνησε αδιάφορα το χέρι του, πολύ αναστατωμένος για να προσβληθεί. «Σου μοιάζω κουτσομπόλης;» μουρμούρισε. Η Μπιργκίτε! Αυτοπροσώπως! «Και τι δεν θα έδινα για ένα ποτό». Πριν ακόμα ξεστομίσει αυτά τα λόγια, ήξερε ήδη ότι έκανε λάθος. Οι γυναίκες δεν...

«Καλή ιδέα», είπε η Μπιργκίτε. «Κι εγώ θα ήθελα μια κανάτα κρασί. Μα το αίμα και τις στάχτες, όταν σε είδα να με αναγνωρίζεις, κόντεψα να καταπιώ τη γλώσσα μου».

Ο Ματ τινάχτηκε απότομα όρθιος, κοιτώντας ευθεία μπροστά.

Η γυναίκα συνάντησε το βλέμμα του με ένα χαρούμενο σπίθισμα των ματιών της κι ένα πλατύ μειδίαμα. «Η οχλαγωγία στην αίθουσα είναι αρκετή κι έτσι μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς να μας ακούσουν. Επιπλέον, δεν θα είχα αντίρρηση να αράξω και λίγο, χαζεύοντας τον κόσμο. Η Ηλαίην αρχίζει το κήρυγμα σαν Τοβανός σύμβουλος, άμα τύχει και κοιτάξω κάποιον άντρα για περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο».

Ο Ματ ένευσε δίχως δεύτερη σκέψη. Οι μνήμες διαφόρων αντρών τού έλεγαν πως οι Τοβανοί είναι δύσκαμπτοι κι επικριτικοί άνθρωποι, εγκρατείς μέχρι το έπακρο. Ή, τουλάχιστον, ήταν πριν από χίλια χρόνια και βάλε. Δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να γελάσει ή να ουρλιάξει. Από τη μια μεριά, είχε την ευκαιρία να μιλήσει με την Μπιργκίτε - την Μπιργκίτε! Ήταν αμφίβολο αν θα ξεπερνούσε ποτέ αυτό το σοκ, από την άλλη, όμως, πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να ακούσει ούτε καν τη μουσική εκεί κάτω από τον θόρυβο των ζαριών που κροτάλιζαν μέσα στο κρανίο του. Πάντως, αυτή η γυναίκα έπρεπε να είναι το κλειδί. Ένας άντρας στα λογικά του θα το έσκαγε από το παράθυρο σε χρόνο μηδέν. «Μια, δυο κανάτες δεν θα ήταν άσχημες», της είπε.

Μια ψυχρή αύρα από τη μεριά του κόλπου έφερνε μαζί της μια υποψία δροσιάς, παραδόξως, αλλά η νύχτα φάνταζε καταθλιπτική για τη Νυνάβε. Οι ήχοι από τη μουσική και τα φευγαλέα γελάκια παρασέρνονταν μέχρι το παλάτι, ενώ υπήρχαν κι άλλοι, πιο αμυδροί, από το εσωτερικό του. Η Τάυλιν την είχε προσκαλέσει στον χορό, μαζί με την Ηλαίην και την Αβιέντα, αλλά όλες τους είχαν αρνηθεί ευγενικά λίγο πολύ. Η Αβιέντα τής είχε πει πως επιθυμούσε να χορέψει μόνο ένα είδος χορού με τους υδρόβιους, κι η Τάυλιν τρεμόπαιξε τα μάτια της χωρίς να καταλαβαίνει. Η Νυνάβε, από την άλλη, θα ήθελε να πάει -μόνο ένας χαζός δεν θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία να χορέψει- αλλά ήξερε πως, αν το έκανε, θα κατέληγε να κάνει ό,τι και τώρα, να κάθεται δηλαδή μοναχή της και γεμάτη ανησυχία, προσπαθώντας να μην τρώει τα νύχια της από την ανασφάλεια.